ÊïéíùíéêÜ ðñïâëÞìáôá êáôÜ ôïõò ÐáôÝñåò ôçò Åêêëçóßáò: ðëïýôïò, äïõëåßá, ðüëåìïò-åéñÞíç (Ðáõëßíá Äïýæç)
alopsis |
|
ΕισαγωγÞ
α) Η σημασßα του üρου «Κοινωνικü πρüβλημα» β) Σημασßα του üρου «ΠατÝρες της Εκκλησßας» γ) Η στÜση των ΠατÝρων Ýναντι των κοινωνικþν προβλημÜτων
1. Πλοýτος και ιδιοκτησßα
α) Η ιδιοκτησßα στους αρχαßους λαοýς (¸λληνες – Ρωμαßους – Ιουδαßους) β) Η ιδιοκτησßα και ο πλοýτος στη ΧριστιανικÞ διδασκαλßα γ) Η στÜση των ΠατÝρων Ýναντι της ιδιοκτησßας και του πλοýτου
2. Το πρüβλημα της δουλεßας
α) Η δουλεßα στην αρχαιüτητα (¸λληνες – Ρωμαßοι – Ιουδαßοι) β) Η δουλεßα στον Χριστιανισμü γ) Η στÜση και οι απüψεις των ΠατÝρων Ýναντι της δουλεßας
3. Πüλεμος – ΕιρÞνη
α) Το πρüβλημα του πολÝμου σε παγκüσμια κλßμακα β) Η ειρÞνη και ο πüλεμος στην διδασκαλßα του Χριστιανισμοý γ) Οι ΠατÝρες Ýναντι του πολÝμου και της ειρÞνης
Επßλογος
ΚοινωνικÜ προβλÞματα κατÜ τους ΠατÝρες της Εκκλησßας: πλοýτος, δουλεßα, πüλεμος-ειρÞνη
ΕισαγωγÞ
[…]
α) Η σημασßα του üρου «Κοινωνικü πρüβλημα»
[…]
β) Σημασßα του üρου «ΠατÝρες της Εκκλησßας»
[…]
γ) Η στÜση των ΠατÝρων Ýναντι των κοινωνικþν προβλημÜτων
Áπü την εποχÞ της εμφανßσεþς του, ο Χριστιανισμüς δεν αδιαφüρησε για τα κοινωνικÜ προβλÞματα της κÜθε ιστορικÞς περιüδου, αλλÜ βοÞθησε Üμεσα Þ Ýμμεσα στην συνειδητοποßηση και επßλυσÞ τους. Το ενδιαφÝρον της Εκκλησßας, λüγω του προσωποκεντρικοý χαρακτÞρα της, δεν πρÝπει να παρερμηνευθεß και να τεθεß σε Üλλη βÜση. Η παρουσßα της στον κüσμο δεν αποβλÝπει στην βελτßωση των κοινωνικþν δομþν, αλλÜ στην σωτηρßα και ανακαßνιση των ανθρþπων. Το ενδιαφÝρον για τις κοινωνικÝς δομÝς εκδηλþνεται μÝσω της εφαρμογÞς των θεúκþν εντολþν και της καλλιÝργειας της αυτοθυσßας και της αγÜπης. Οι ΠατÝρες τÞς Εκκλησßας λοιπüν, ως εκφραστÝς του γνÞσιου χριστιανικοý πνεýματος και ποιμÝνες του λαοý του Θεοý, καλλιÝργησαν αυτü το ενδιαφÝρον για τους κοινωνικοýς θεσμοýς, τους οποßους üμως δεν Ýβλεπαν ανεξÜρτητα απü τα πρüσωπα αλλÜ και δεν αδιαφοροýσαν γι' αυτοýς περιοριζüμενοι στα πρüσωπα. Ως γνÞσιοι εκφραστÝς τÞς χριστιανικÞς διδασκαλßας, καλλιÝργησαν την αγÜπη, η οποßα εκδηλþνεται πρωτογενþς σε επßπεδο προσþπων και δεν αδιαφορεß για τη δικαιοσýνη. Η κοινωνικÞ αδικßα αποκαταστÜθηκε με τους επßμονους αγþνες των ΠατÝρων, οι οποßοι Ýλεγχαν και καυτηρßαζαν τις κακþς κεßμενες δομÝς τÞς κοινωνßας και πολλÝς φορÝς αυτüς ο Ýλεγχος στρεφüταν προς üλες τις κατευθýνσεις. Ζþντας και εφαρμüζοντας την εντολÞ τÞς αγÜπης, που στην ουσßα εßναι εντολÞ θυσßας, υπÝμειναν οι ßδιοι καρτερικÜ αδικßες που γßνονταν σε βÜρος τους χωρßς να παραιτηθοýν απ' τον αγþνα για την υπερÜσπιση του πλησßον. Ως πνευματικοß καθοδηγητÝς και ποιμÝνες, γνþριζαν καλÜ την ανθρþπινη ψυχÞ και απÝδιδαν αξßα στην προσωπικüτητα του κÜθε ανθρþπου. Ετσι επιδßωκαν να εξυψþσουν τον Üνθρωπο με παιδαγωγικÜ μÝσα. Ο Üγιος Γρηγüριος ο Θεολüγος αναφÝρει σχετικÜ üτι «και η καλÞ πρÜξη δεν πρÝπει να εßναι ακαθοδÞγητη». ΠαρÜλληλα για να καυτηριÜσουν την κοινωνικÞ αδικßα δεν χρησιμοποιοýσαν μÝσα και μεθüδους, που αντιστρατεýονταν στο ευαγγελικü κÞρυγμα. ΔιακÞρυξαν δηλαδÞ üτι τα μÝσα για την επßτευξη ενüς στüχου, πρÝπει να Ýχουν την ßδια ηθικÞ αξßα που Ýχει ο σκοπüς. ΧαρακτηριστικÜ ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος παρατηρεß üτι «κανεßς δεν γιατρεýει το κακü με το κακü». ΣυνοπτικÜ οι ΠατÝρες, με βÜση τη χριστιανικÞ διδασκαλßα, ανÝπτυξαν δημüσια τη σκÝψη τους για τις κοινωνικÝς δομÝς, η οποßα επÝδρασε στην κοινωνικÞ ζωÞ της ΒυζαντινÞς Áυτοκρατορßας βαθιÜ και πολλαπλÜ. ΤÝλος οι ΠατÝρες της Εκκλησßας επÝδρασαν χωρßς να φαßνονται, üσο τους επÝτρεψαν οι περιστÜσεις, για να δημιουργÞσουν μια καλýτερη κοινωνßα.
1. Πλοýτος και ιδιοκτησßα
α) Η ιδιοκτησßα στους αρχαßους λαοýς (¸λληνες – Ρωμαßους – Ιουδαßους)
[…]
β) Η ιδιοκτησßα και ο πλοýτος στη ΧριστιανικÞ διδασκαλßα
Ο Χριστιανισμüς, ως αποκÜλυψη και πνευματικÞ κατÜσταση, δεν κÜνει διÜκριση των ανθρþπων σε τÜξεις πλουσßων και φτωχþν αλλÜ μüνο ευσεβþν και ασεβþν. Ζþντας üμως η Εκκλησßα μÝσα στον κüσμο, χωρßς αυτü να σημαßνει την ταýτισÞ της μ' αυτüν, δεν μπορεß να αγνοÞσει την υπÜρχουσα κατÜσταση μÝσα στην κοινωνßα, γι' αυτü και πÞρε θÝση εμμÝσως Þ αμÝσως απÝναντι σ' αυτü το κοινωνικü φαινüμενο, την διÜκριση πλουσßων και φτωχþν. Στην ΚαινÞ ΔιαθÞκη δεν τßθεται κÜποια συγκεκριμÝνη διδασκαλßα περß ιδιοκτησßας και πλοýτου. Μελετþντας üμως κανεßς τα ευαγγελικÜ κεßμενα διαφαßνεται üτι ο ßδιος ο Χριστüς ευνüησε την ακτημοσýνη απ' την ατομικÞ ιδιοκτησßα. ΕντÝλλεται σ' üλους να μη θησαυρßζουν επßγειους θησαυροýς, ενþ απευθυνüμενος στον πλοýσιο νεανßσκο παραγγÝλλει: «ει θÝλεις τÝλειος εßναι, ýπαγε πþλησüν σου τα υπÜρχοντα και διÜδος πτωχοßς». Σε Üλλο σημεßο των ιερþν Ευαγγελßων ο Χριστüς βεβαιþνει üτι εßναι δýσκολο για τους πλουσßους να εισÝλθουν στη βασιλεßα του Θεοý, ενþ ταλανßζει τους πλουσßους, μακαρßζει τους πτωχοýς και συνιστÜ στους ακροατÝς του να μη μεριμνοýν για την εξωτερικÞ ενδυμασßα και την τροφÞ. Η προαναφερθεßσα διδασκαλßα του Ιησοý Χριστοý δεν σημαßνει παντελÞ στÝρηση και κατÜργηση της ιδιοκτησßας. Ο Ιησοýς αποδßδει ανþτερη αξßα στην ανθρþπινη προσωπικüτητα και δεν μεταχειρßζεται κοινωνικÜ Þ οικονομικÜ κριτÞρια Ýναντι των διαφüρων τÜξεων. ÁποδοκιμÜζει ü,τι εμποδßζει την πραγμÜτωση της βασιλεßας του Θεοý. Η προσκüλληση στα υλικÜ αγαθÜ αποτρÝπει απ' αυτÞν την πραγμÜτωση. Οδηγεß σταδιακÜ στην πλεονεξßα, καλλιεργεß την φιλαυτßα, ενþ εκδιþκει την αγÜπη και καθιστÜ τον πλησßον αλλüτριο της Βασιλεßας του Θεοý. Ο Ιησοýς Χριστüς ανÜγει τις σχÝσεις πλουσßων και φτωχþν σε ανþτερο επßπεδο, üπου οι δýο τÜξεις δεν βρßσκονται σε εχθρικÜ στρατüπεδα, αλλÜ συμπορεýονται μÝσα στην Βασιλεßα του Θεοý. Την ßδια τακτικÞ ακολοýθησε η Εκκλησßα, η οποßα εßναι «ο Χριστüς παρατεινüμενος εις τους αιþνας». Κατανοþντας την διδασκαλßα του Θεανθρþπου για το θÝμα του πλοýτου και τις σχÝσεις πλουσßων και φτωχþν την εφÞρμοσε στο βßο των μελþν της. Ετσι στην αρχÞ της δρÜσεþς της, βρÝθηκε ενþπιον ενüς δýσκολου προβλÞματος, του τρüπου οργÜνωσης της οικονομικÞς ζωÞς τÞς κοινüτητας. Τα μÝλη εßχαν «Üπαντα κοινÜ», πωλοýσαν τα κτÞματα, που τυχüν εßχαν υπü την κατοχÞ τους, και τα εισπραττüμενα χρÞματα διÝδιδαν σε üλους. ΣταδιακÜ η πρÜξη αυτÞ της κοινüτητας των Ιεροσολýμων συστηματοποιÞθηκε και Ýτσι γινüταν διανομÞ των υλικþν αγαθþν ανÜλογα με τις ανÜγκες κÜθε μÝλους. Στην πορεßα üμως, η πρÜξη απÝδειξε üτι η δßκαιη κατανομÞ των εν λüγω αγαθþν Þταν μÜλλον Ýργο δυσχερÝς. Για την οργÜνωση κοινþν τραπεζþν, κατüπιν εισηγÞσεως των Áποστüλων, το πλÞθος των πιστþν εξÝλεξε επτÜ διακüνους, γνωστοýς για το Þθος και τις ικανüτητÝς τους. Την διδασκαλßα των Áποστüλων αλλÜ και της Εκκλησßας γενικüτερα διÝπει το πνεýμα τÞς εκοýσιας προσφορÜς για την περßθαλψη των ενδεþν. Γι' αυτü και ο Áπüστολος Παýλος αναγνωρßζει σε κÜθε πιστü πλÞρη ελευθερßα λÝγοντας üτι «ιλαρüν δüτην αγαπÜ ο Θεüς», ενþ συνιστÜ την αυτÜρκεια και παραγγÝλλει στους πλουσßους να μη προσκολλþνται στον πλοýτο εναποθÝτοντας σ' αυτüν κÜθε ελπßδα τους. Ο ßδιος ο απüστολος αφÞνει στην προαßρεση των Χριστιανþν της Γαλατßας και της Κορßνθου την διοργÜνωση της λογßας για την κοινüτητα των Ιεροσολýμων, τονßζοντας την ανÜγκη αγÜπης σε τÝτοιες πρÜξεις φιλανθρωπßας. Ο αδελφüθεος ΙÜκωβος τονßζει και επισημαßνει την φιλανθρωπßα, που προÝρχεται απü καλÞ θÝληση, θεωρþντας üτι αυτÞ αποτελεß καρπü γνÞσιας πßστεως.
γ) Η στÜση των ΠατÝρων Ýναντι της ιδιοκτησßας και του πλοýτου
Οι ΠατÝρες τÞς Εκκλησßας εκφρÜζοντας το γνÞσιο χριστιανικü πνεýμα, δεν καταδικÜζουν την ιδιοκτησßα ως θεσμü, αλλÜ την κακÞ χρÞση της. Διακρßνουν τα αγαθÜ σε δýο κατηγορßες: στα ελεýθερα, αυτÜ που με αφθονßα παρÝχει ο Θεüς σ' üλους τους ανθρþπους, διüτι εßναι απαραßτητα για τη ζωÞ. Ως ελεýθερα αγαθÜ χαρακτηρßζονται ο αÝρας, το φως, το νερü. Η δεýτερη κατηγορßα, στην οποßα διαχωρßζονται τα αγαθÜ της γης, εßναι τα οικονομικÜ, εκεßνα που για να παραχθοýν, χρειÜζονται την ανθρþπινη συμβολÞ και που διακρßνουν τους ανθρþπους σε πλουσßους και πτωχοýς. Τα ελεýθερα αγαθÜ, üπως προαναφÝρθηκε, εßναι κοινÜ γιÜ üλους, ενþ τα οικονομικÜ αποτελοýν ιδιοκτησßα κÜποιας μερßδας ανθρþπων. Ο Üγιος ΙωÜννης Ο Χρυσüστομος διαβλÝπει την ρýθμιση αυτÞ ως μÝτρο της σοφßας του Θεοý, διüτι χωρßς να βλÜπτεται η επιβßωση του ανθρþπου μπορεß ελεýθερα να ασκηθεß η δικαιοσýνη. Και συνεχßζει τη σκÝψη του ο ιερüς πατÞρ, παρατηρþντας üτι αν Þταν ιδιüκτητα τα ελεýθερα αγαθÜ, υποκρýπτονταν ο κßνδυνος οι πλεονÝκτες να τα εμπορευθοýν και Ýτσι να καταδικÜσουν σε θÜνατο αυτοýς που δεν μποροýσαν να τα αποκτÞσουν. Áν πÜλι, Þταν κοινÜ τα χρÞματα για üλους, δεν θα υπÞρχε περιθþριο ο Üνθρωπος να εργαστεß για την αγÜπη και τη δικαιοσýνη. Ετσι διαβλÝπουν οι ΠατÝρες της Εκκλησßας, και συγκεκριμÝνα οι Τρεις ΙερÜρχες, üτι η ιδιοκτησßα των οικονομικþν αγαθþν εßναι θεσμüς αποδεκτüς, αλλÜ δÝν συνδÝεται με τη φýση του ανθρþπου þστε η απþλειÜ της να τον αλλοτριþνει. Ο απανθρωπισμüς και η αλλοτρßωσÞ του δεν συνδÝονται με την ιδιοκτησßα Þ üχι των οικονομικþν αγαθþν αλλÜ με την αμαρτßα. Η ιδιοκτησßα, για τους ΠατÝρες της Εκκλησßας, αποτελεß θεσμü, ο οποßος δüθηκε μεν απ' το Θεü, αλλÜ συμβατικÜ, διüτι Þταν πολý χρÞσιμος για τον μεταπτωτικü Üνθρωπο. ¹ταν αποτÝλεσμα και συνÝπεια της επιθυμßας του. ÁνατρÝχουν οι ΠατÝρες στην παραδεßσια κατÜσταση του ανθρþπου, üπου δεν υπÞρχαν οýτε διαιρÝσεις, οýτε ανισüτητα. ΧαρακτηριστικÜ ο Üγιος Γρηγüριος ο Θεολüγος σημειþνει: «...συ βλÝπε την πρþτην ισονομßαν, μη την τελευταßαν διαßρεσιν...». Ετσι η ιδιοκτησßα αποτελεß αναγκαßο θεσμü για τον αμαρτωλü Üνθρωπο þστε να υπηρετεß την ενüτητα του ανθρωπßνου γÝνους. ΜÝσα στο σχÝδιο της θεßας σοφßας εßναι να υπÜρχει πλÞθος αναγκαστικþν αλληλεξαρτÞσεων για να υπÜρξει εýρυθμη λειτουργßα του κοινωνικοý οργανισμοý. Η διÜκριση της κοινωνßας σε πλοýσιους και πτωχοýς εßναι, θα μποροýσαμε να ποýμε, απαραßτητη, γιατß δßδεται η δυνατüτητα στους ανθρþπους να ασκÞσουν την ελευθερßα τους. Δεν πρÝπει ο πλοýσιος να νομßζει üτι βρßσκεται σε πλεονεκτικüτερη θÝση και üτι δεν Ýχει την ανÜγκη των Üλλων, οýτε ο φτωχüς να νιþθει εξαρτημÝνος. Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος παρατηρεß üτι δεν εßναι δυνατÞ η επιβßωση των πλουσßων χωρßς τις υπηρεσßες των πτωχþν ενþ η επιβßωση των πτωχþν, γεωργþν, αγροτþν εßναι εφικτÞ. Στο πλαßσιο της σκÝψεως του αγßου ΙερÜρχου ανÞκει και η υποθετικÞ κατασκευÞ δýο πüλεων, üπου στη μßα ζουν μüνο πλοýσιοι και στην Üλλη μüνο πτωχοß. Ετσι η πüλη των πτωχþν, γεωργþν, αγροτþν, μπορεß να επιβιþσει, ενþ η πüλη των πλουσßων, αν στερηθεß τις υπηρεσßες των πτωχþν θα καταστραφεß. ΠαρÜλληλα η Üνιση κατανομÞ του πλοýτου και ο διαχωρισμüς στις τÜξεις πλουσßων και φτωχþν εßναι δοσμÝνη απü το Θεü για να δοθεß η ευκαιρßα στους μεν πρþτους να εκδηλþσουν τη φιλανθρωπßα και τη χρηστüτητÜ τους, στους δε πτωχοýς να επιδιþξουν την καρτερßα και την υπομονÞ, üπως παρατηρεß σχετικÜ ο ΜÝγας Βασßλειος. ΜÝσα σ' αυτü το κλßμα των αλληλεξαρτÞσεων μεταξý των δýο τÜξεων οι ΠατÝρες βλÝπουν τους πλουσßους ως οικονüμους και διαχειριστÝς της περιουσßας, που τους Ýχει αναθÝσει ο Θεüς. Áπüλυτος κýριος της γης εßναι μüνο ο δημιουργüς του, ο Θεüς, η κυριüτητα του ανθρþπου εßναι κατ' ανÜθεση. Ο κÜτοχος οποιασδÞποτε περιουσßας την Ýχει λÜβει απ' το Θεü, για να τη διαχειρßζεται για τη φροντßδα των προσωπικþν του αναγκþν χωρßς να παραβλÜπτεται η επιβßωσÞ του, τα υπüλοιπα δε αγαθÜ, üσα δηλαδÞ ξεπερνοýν τα üρια της αυτÜρκειας, να τα διαθÝτει υπÝρ των ενδεþν. Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος θÝλοντας να τονßσει üτι οι πλοýσιοι επιτελοýν κοινωνικü λειτοýργημα, αναφÝρει üτι üσα Ýχει κÜποιος υπü την κατοχÞ του, εßναι üλα δοσμÝνα απ' το Θεü, ενþ χαρακτηρßζει τις φρÜσεις «εμüν» και «σüν» ως λÝξεις μικρÞς σημασßας. Áλλοý σημειþνει χαρακτηριστικÜ «εÜν τις δþση σοι παρακαταθÞκην, μη δýναμαß σε καλÝσαι πλοýσιον; Ουχß. Διατß; Áλλüτρια γαρ κÝκτησαι. Τοýτο γαρ παρακαταθÞκη εστßν». Η κτÞση πλοýτου πÝρα απ' τα üρια της αυτÜρκειας εßναι ηθικÜ αθÝμιτη. Ο ΜÝγας Βασßλειος αναφÝρει χαρακτηριστικÜ üτι, αν ο καθÝνας χρησιμοποιοýσε τον πλοýτο για τις ανÜγκες του, το δε υπüλοιπο αυτοý, το περιττü, μετÝδιδε στους δεομÝνους, κανÝνας δε θα Þταν οýτε πλοýσιος οýτε πτωχüς. Ο ßδιος πατÞρ, για να διδÜξει το ποßμνιü του αλλÜ και τους Χριστιανοýς κÜθε εποχÞς, λαμβÜνει επιχειρÞματα απ' την ιστορßα των αρχαßων ΕλλÞνων αναφÝροντας üτι αυτοß εßχαν κοινÞ τρÜπεζα και κοινÜ συσσßτια βÜσει νüμου τÞς πολιτεßας. Ο Üγιος Γρηγüριος ο Θεολüγος συνιστÜ να μην θησαυρßζουμε και να φυλÜττουμε τα αγαθÜ, ενþ Üλλοι υποφÝρουν απ' την πεßνα. ÁναφÝρει χαρακτηριστικÜ: «Συ τοßνυν, δοýλε Χριστοý, μη πÜθης μηδÝν αγενÝς... μη παραδρÜμης τον αδελφüν σον, σον εστß μÝλος και εν τη συμφορÜ κÜμπτεται. Σοι εγκαταλÝλειπται ο πτωχüς». Ως δεßγμα της σωστÞς χρÞσεως του πλοýτου οι ΠατÝρες συνιστοýν την αυτÜρκεια, την οποßα επιβÜλλει η καινÞ εντολÞ της αγÜπης. Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος αναφÝρει üτι αυτüς που αγαπÜ τον πλησßον του üπως τον εαυτü του δεν θα Ýχει υπü την κατοχÞ του τßποτε περισσüτερο απü εκεßνον. ΚατÜ τον ΜÝγα Βασßλειο, η αγÜπη εßναι Ýμφυτη δýναμη και θεμελιþδης λειτουργßα του ανθρþπου. Η εφαρμογÞ αυτÞς στην χρÞση του πλοýτου εξισορροπεß τις κοινωνικÝς ομÜδες και κÜνει τους πλοýσιους καλοýς διαχειριστÝς των αγαθþν του Θεοý. Áναφερüμενος ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος στην πρþτη χριστιανικÞ κοινüτητα των Ιεροσολýμων, üπου επικρατοýσε η κοινοχρησßα των αγαθþν, αποτÝλεσμα της αγÜπης που υπÞρχε μεταξý τους, παρατηρεß χαρακτηριστικÜ: «ΕιπÝ δÝ μοι, η αγÜπη την κοινοκτημοσýνη Ýτεκεν Þ η κοινοκτημοσýνη την αγÜπην; Εμοß δοκεß η αγÜπη την ακτημοσýνην». Οι ΠατÝρες της Εκκλησßας κατακρßνουν τους πλουσßους εκεßνους που κÜνουν κακÞ χρÞση του πλοýτου και δεßχνουν αδιαφορßα για τη δυστυχßα των Üλλων. Ο ΚλÞμης Áλεξανδρεýς, ξεκινþντας απ' την Üποψη üτι τα υλικÜ αγαθÜ δημιουργÞθηκαν απ' το Θεü για χρÞση üλων των ανθρþπων, στηρßζεται στο αρχαßο γνωμικü «κοινÜ τα των φßλων» και παρατηρεß üτι, εφüσον εßναι κοινÜ üλα για τους φßλους και ο Üνθρωπος εßναι θεοφιλÞς, τüτε «γßνεται δη ουν τα πÜντα του Θεοý και των ανθρþπων». Σε Üλλο σημεßο παρατηρεß üτι ο αληθινÜ πλοýσιος δεν εßναι «ο Ýχων και φυλÜττων» αλλÜ αυτüς που μεταδßδει στους ενδεεßς. ÁυτÞ η μετÜδοση εßναι που χαρακτηρßζει την μακαριüτητα και την ευτυχßα του ανθρþπου. Ο ΜÝγας Βασßλειος επικρßνει δριμýτατα την φιλοχρηματßα των πλουσßων και καυτηριÜζει εκεßνους που αδιαφοροýν για τη δυστυχßα των Üλλων, χαρακτηρßζοντας λωποδýτη εκεßνον, που ενþ μπορεß να ενδýσει τον γυμνü, δεν το κÜνει. Ενþ σε Üλλο σημεßο παρατηρεß üτι στον πεινασμÝνο, το γυμνü και τον ανυπüδητο ανÞκουν ο Üρτος, το Ýνδυμα και τα υποδÞματα, τα οποßα φυλÜττονται απ' τον πλοýσιο και «κατασÞπονται εις τας αποθÞκας». Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος χαρακτηρßζει την υπÝρμετρη μÝριμνα και προσκüλληση στον πλοýτο ως βλακεßα και παρατηρεß üτι ο Θεüς δεν Ýδωσε περισσüτερα υλικÜ αγαθÜ για να σπαταλþνται σε μÝθη και πολυτÝλεια, αλλÜ για να διανÝμονται στους δεομÝνους. Χαρακτηρßζει ο ιερüς πατÞρ ως αρπαγÞ και πλεονεξßα να μη διανÝμονται στους Üλλους τα αγαθÜ που περισσεýουν. Ετσι οι ΠατÝρες, μÝσω της διδασκαλßας τους, δεν Ýχουν σκοπü να ανατρÝψουν την υπÜρχουσα κατÜσταση, üπως αυτÞ νοεßται στο πλαßσιο ταξικþν αγþνων, αλλÜ μÝσω της καλλιÝργειας της αγÜπης να εξισορροπÞσουν τις αντιθÝσεις, þστε οýτε πλοýσιος να υπÜρχει οýτε φτωχüς.
2. Το πρüβλημα της δουλεßας
α) Η δουλεßα στην αρχαιüτητα (¸λληνες – Ρωμαßοι – Ιουδαßοι)
[…]
β) Η δουλεßα στον Χριστιανισμü
Ο Χριστιανισμüς, ως νÝος τρüπος ζωÞς, Ýλαβε θÝση Ýναντι του συστÞματος της δουλεßας, της οποßας η αντßθεση Ýναντι του ηθικοý φυσικοý νüμου εßχε γßνει αισθητÞ στην αντßληψη πολλþν φιλοσüφων. Στα ευαγγÝλια δεν παρατηρεßται λεπτομερÞς διδασκαλßα σχετικÜ με το θεσμü της δουλεßας. Οι συγγραφεßς της ΚαινÞς ΔιαθÞκης και συγκεκριμÝνα ο απüστολος Παýλος παραγγÝλουν στους Χριστιανοýς δοýλους να υποτÜσσονται στους κυρßους τους, ανεξÜρτητα απü το αν τους φÝρονται σκληρÜ Þ φιλÜνθρωπα. Η προτροπÞ αυτÞ δεν θα πρÝπει να θεωρηθεß ως παθητικüτητα και δουλοπρÝπεια αλλÜ ως φüβος Θεοý, απλüτητα καρδιÜς και αφορμÞ για να ευλογεßται το üνομα του Κυρßου. ΠαρÜλληλα οι Áπüστολοι διδÜσκουν τους κυρßους δοýλων να παρÝχουν δικαιοσýνη και να φÝρονται ßσα απÝναντι σ' αυτοýς. ΠαραινÝσεις και συμβουλÝς προς τους δοýλους συναντþνται και στην μεταποστολικÞ γραμματεßα. ΚατÜ τον 2ο μ.Χ. αιþνα πολλοß χριστιανοß Þταν, και συχνÜ παρÝμεναν, εκουσßως δοýλοι. Η χριστιανικÞ διδασκαλßα δεν Ýκανε καμßα διÜκριση μεταξý ελευθÝρου και δοýλου, διδÜσκοντας üτι ο Χριστüς πρüσφερε τον εαυτü Του θυσßα και δια του θανÜτου Του ελευθÝρωσε üλους απ' τη δουλεßα της αμαρτßας και κατÜ συνÝπεια απÜλλαξε üλους απü κÜθε εßδους δουλεßα. ΠαρÜλληλα η ηθικÞ αξßα και αξιοπρÝπεια της προσωπικüτητας αναγνωρßζεται σε üλους, ελεýθερους και δοýλους. Ο δοýλος Ýχει τη δυνατüτητα να γßνει Üγιος και αυτü το απÝδειξε τρανþς η ιστορßα της Εκκλησßας. Πολλοß δοýλοι υπÝστησαν μαρτυρικü θÜνατο και αφιερþθηκαν στη μνÞμη τους πολλοß ναοß. Οι Áπüστολοι διδÜσκοντας και συμβουλεýοντας τους δοýλους να υπομÝνουν καρτερικÜ το ζυγü της δουλεßας, ομολογοýν εμμÝσως üτι η δουλεßα αποτελεß κακü, üπως και οι διÜφορες δοκιμασßες με τις οποßες εßναι αναπüτρεπτα συνυφασμÝνος ο παρþν βßος, και απαλλαγÞ απ' αυτÝς επιθυμεß κÜθε Üνθρωπος. Η χριστιανικÞ διδασκαλßα βεβαιþνει üτι üλοι οι Üνθρωποι εßναι αδελφοß μεταξý τους και τοýτο διαφαßνεται στο γεγονüς üτι δοýλοι και ελεýθεροι γßνονται προνομιοýχα μÝλη της Εκκλησßας. Οι δοýλοι, οι οποßοι ασπÜζονταν τη νÝα πßστη, συμμετεßχαν στις συνÜξεις και την κλÜση του Üρτου χωρßς καμμßα διÜκριση. Στο πλαßσιο της εν Χριστþ αδελφüτητας που αναπτυσσüταν μεταξý κυρßου και δοýλων, πολλοß Χριστιανοß μετÜ την εισδοχÞ τους στους κüλπους της Εκκλησßας, Üρχισαν να χειραφετοýν τους δοýλους τους.
γ) Η στÜση και οι απüψεις των ΠατÝρων Ýναντι της δουλεßας
Οι ΠατÝρες της Εκκλησßας, ως ποιμÝνες του λαοý του Θεοý, δεν Þταν δυνατü να αγνοÞσουν Ýνα τüσο μεγÜλο κοινωνικü πρüβλημα, üπως Þταν η δουλεßα. Ο τρüπος üμως με τον οποßο αντÝδρασαν Ýναντι αυτοý του κοινωνικοý προβλÞματος, απετÝλεσε αφορμÞ να χαρακτηρισθεß δυσμενþς αυτÞ τους η θÝση. Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος, στην ομιλßα του στην προς ΦιλÞμονα επιστολÞ του Áποστüλου Παýλου, αναφÝρει χαρακτηριστικÜ üτι ο προαναφερθεßς απüστολος δεν παρακινεß για κατÜργηση της δουλεßας, διüτι μια τÝτοια ενÝργεια θα προκαλοýσε την κατηγορßα üτι ο Χριστιανισμüς «επß ανατροπÞ των πÜντων εις τον βßον εισενÞνεκται». Στην προσπÜθειÜ τους οι ΠατÝρες να διδÜξουν τους πιστοýς, δοýλους και ελεýθερους, τα καθÞκοντÜ τους μÝσα στα πλαßσια της χριστιανικÞς τους ιδιüτητας, αναφÝρονται στο θεσμü τÞς δουλεßας και πρωταρχικÜ στους λüγους υπÜρξεως του εν λüγω θεσμοý. Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος θÝτοντας την ερþτηση πως προÞλθε η δουλεßα, απαντÜ üτι κýριο αßτιο της δουλεßας εßναι η πλεονεξßα και η αλαζονεßα. Οι ΠατÝρες κÜνοντας λüγο για το αυτεξοýσιο του ανθρþπου και την ελευθερßα του, τονßζουν üτι η δουλεßα εßναι προúüν της αμαρτßας. Ο Üγιος Γρηγüριος ο Θεολüγος στρεφüμενος εναντßον του εν λüγω θεσμοý, αναφÝρει üτι ο Üνθρωπος πλÜστηκε απü το Θεü ελεýθερος και αυτεξοýσιος· ο μüνος περιορισμüς του Þταν η εντολÞ που Ýλαβε απ' το Θεü. Σýμφωνα με τον ßδιο πατÝρα, η παρÜβαση της εντολÞς του Θεοý εßναι η αιτßα της πραγματικÞς δουλεßας. Ο ιερüς Χρυσüστομος παρατηρεß üτι η δουλεßα δεν αποτελοýσε αρχÝγονη κατÜσταση του ανθρþπου λÝγοντας: «ουκ ην δοýλος το παλαιüν· ο γαρ πλÜτων τον Üνθρωπον ουκ εποßησε αυτüν δοýλον, αλλÜ ελεýθερον». ΣυνÝπεια της δωρεÜς τÞς ελευθερßας και του αυτεξουσßου τοý ανθρþπου αποτελεß η ισüτητα μεταξý των ανθρþπων, ελευθÝρων και δοýλων. Οι ΠατÝρες διδÜσκουν üτι üλοι οι Üνθρωποι εßναι ßσοι. Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος αναφÝρει σχετικÜ üτι η δουλεßα εßναι μüνο κατ' üνομα και η εξουσßα κατÜ σÜρκα, και επομÝνως πρüσκαιρη και σýντομη. Ο ßδιος πατÞρ παρατηρεß üτι κανεßς Χριστιανüς δεν εßναι δοýλος και δεν διαφÝρει σε τßποτε απü τον ελεýθερο, εφ' üσον εßναι μÝλος της Εκκλησßας και αδελφüς üχι τüσο του κυρßου του, αλλÜ περισσüτερο του Ιησοý Χριστοý. Εφ' üσον ως μÝλη της Εκκλησßας και πλÜσματα του Θεοý üλοι οι Üνθρωποι εßναι ßσοι, παρüμοια πρÝπει να εßναι η συμπεριφορÜ των κυρßων Ýναντι αυτþν, που για οποιοδÞποτε λüγο Ýχουν καταστεß δοýλοι, να χαρακτηρßζεται δηλαδÞ απü ισüτητα και χριστιανικÞ μεταχεßριση. Áναγνωρßζοντας λοιπüν στο δοýλο την «εικüνα του Θεοý», εßναι πρÝπον να απονÝμονται σ' αυτüν οι απαραßτητες αμοιβÝς διüτι αλλιþς, σýμφωνα με τον Üγιο Ειρηναßο Λυþνος, Ýνα τÝτοιο Ýργο αποτελεß αδικßα. Σημειþνει χαρακτηριστικÜ ο ιερüς πατÞρ· «ει τις ελεýθερος συναρπασθεßς υπü τινος βßα και δουλεýσας αυτþ Ýτη πολλÜ και αυξÞσας την ουσßαν αυτοý...εκ των πολλþν αυτοý κüπων και εκ του μεγÜλου πορισμοý ολßγα λαβþν απÝλθοι και εγκαλÝσει τις αυτþ, ως μη ορθþς ποιÞσαντι, αυτüς Üδικος κριτÞς φανÞσεται τω μετÜ βßας καταδουλωθÝντι». Ο ιερüς Áυγουστßνος για να διδÜξει τους κυρßους δοýλων, αναφÝρει üτι ο Θεüς Ýπλασε τον Üνθρωπο προικßζοντÜς τον με το λογικü. Δεßγμα αυτοý αποτελεß η αποφυγÞ της βßας και της κακοποιÞσεως των συνανθρþπων. Ο ΚλÞμης Áλεξανδρεýς παρατηρεß üτι δεν υπÜρχει καμιÜ διαφορÜ μεταξý ελευθÝρων και δοýλων, διüτι εßναι Üνθρωποι και Ýχουν και οι δυο κοινü πατÝρα το Θεü. Παροτρýνει τους κυρßους να φÝρονται σ' αυτοýς üπως στον εαυτü τους και να χρησιμοποιοýν την επιτßμηση αντß της τιμωρßας. ΠαρÜλληλα χαρακτηρßζεται απü τον Üγιο Γρηγüριο Νýσσης ο δεσπüτης δοýλων ως ανατροπÝας του νüμου του Θεοý και καταπατητÞς της κυριüτητÜς Του Ýναντι του ανθρþπου. Δεßγμα της ισüτητας ελευθÝρων και δοýλων αποτελεß ο κοινüς αγþνας για την κατÜκτηση της αρετÞς. Γι' αυτü και ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος ερμηνεýοντας την προς ΦιλÞμονα επιστολÞ του αποστüλου Παýλου παρατηρεß üτι, εφ' üσον ο ΟνÞσιμος, ο οποßος Þταν δραπÝτης, αξιþθηκε να γßνει μÝλος της Εκκλησßας και να αλλÜξει ριζικÜ, δεν πρÝπει να απελπßζονται üλοι γενικÜ οι δοýλοι, Ýστω κι αν φτÜσουν στο Ýσχατο σημεßο ηθικÞς καταπτþσεως, αλλÜ να μετανοοýν. Οι δοýλοι, ως μÝλη της Εκκλησßας, θα πρÝπει να αποδßδουν τον κατÜλληλο σεβασμü στους κυρßους τους και να δουλεýουν üχι ως Üνθρωποι, που επιδιþκουν τον ανθρþπινο Ýπαινο, αλλÜ ως δοýλοι Θεοý. Ηδη στα κεßμενα των πρþτων χριστιανικþν αιþνων διατυπþνεται τÝτοια διδασκαλßα. Ο Üγιος ΙγνÜτιος ο Θεοφüρος συνιστÜ στους δοýλους να μην υπερηφανεýονται αλλÜ να δουλεýουν προς δüξαν Θεοý. ÁποτÝλεσμα της εργασßας τους με σκοπü την δüξα του Θεοý εßναι να απολαýσουν ανþτερη ελευθερßα, αυτÞν που εßναι απαλλαγÞ απ' τις επιθυμßες της αμαρτßας. Στο κεßμενο της ΔιδαχÞς των Δþδεκα Áποστüλων παροτρýνονται οι δοýλοι να υπακοýουν στους κυρßους αυτþν, ενþ ο ΜÝγας Βασßλειος συνιστÜ στους δοýλους εκεßνους οι οποßοι, αφοý κατÝφυγαν σε κÜποια μονÞ, απÝκτησαν τα αναγκαßα πνευματικÜ εφüδια, να επιστρÝψουν στους κυρßους τους. Τους συμβουλεýει επßσης να συνεχßζουν να αγωνßζονται και να επιτελοýν το καθÞκον τους, ακüμη κι αν Ýχουν Üπιστους κυρßους, να υπομÝνουν και να πειθαρχοýν στο θεßο θÝλημα προς δüξαν Θεοý.
3. Πüλεμος – ΕιρÞνη
α) Το πρüβλημα του πολÝμου σε παγκüσμια κλßμακα
[…]
β) Η ειρÞνη και ο πüλεμος στην διδασκαλßα του Χριστιανισμοý
Στη χριστιανικÞ διδασκαλßα, ο πüλεμος θεωρεßται τÝλεια Üρνηση της ειρÞνης και συνεπþς καταδικÜζεται. Η ειρÞνη στα κεßμενα της ΚαινÞς ΔιαθÞκης, Ýχει τη σημασßα üχι μüνο της ομαλÞς συμβßωσης των λαþν και την απουσßα της διχüνοιας, αλλÜ μÜλλον την Ýννοια της μεσσιανικÞς σωτηρßας, üπως αυτÞ εßχε διακηρυχθεß διαμÝσου των αιþνων απü τους προφÞτες. Την πρþτη μαρτυρßα για την ειρÞνη που Ýχουμε στην ΚαινÞ ΔιαθÞκη απαντÜται στον αγγελικü ýμνο: «Δüξα εν υψßστοις Θεþ και επß γης ειρÞνη», ενþ ο Ιησοýς Χριστüς στην διδασκαλßα Του Ýχει αναφερθεß στο θÝμα της ειρÞνης, η οποßα νοεßται και με την Ýννοια της καταλλαγÞς με το συνÜνθρωπο. ÁυτÞ απαιτεßται ως προûπüθεση για την προσφορÜ οποιασδÞποτε θυσßας και δεÞσεως στο Θεü. Στην επß του Ορους Ομιλßα μακαρßζονται απ' το Χριστü οι ειρηνοποιοß και χαρακτηρßζονται ως υιοß Θεοý. Ο Ιησοýς Χριστüς, με üσα εßπε προς τον ΠÝτρο στον κÞπο της ΓεσθημανÞ, την þρα που παραδßδονταν στους σταυρωτÝς Του, «απüστρεψüν σου την μÜχαιρα εις τον τüπον αυτÞς, πÜντες γαρ οι λαβüντες μÜχαιραν, εν μαχαßρα αποθανοýνται», κατεδßκασε ρητþς τον πüλεμο, ως παρÜβαση της Ýκτης εντολÞς του Μωσαúκοý νüμου «ου φονεýσεις». Η διδασκαλßα του Ιησοý Χριστοý περß ειρηνεýσεως δεν Ýχει την Ýννοια της οποιασδÞποτε συμφιλιþσεως και καταλλαγÞς μεταξý των ανθρþπων, üταν προσβÜλλεται η αρετÞ και η πßστη. Ο ßδιος ο Χριστüς αναφÝρει üτι Þλθε να δημιουργÞσει Ýχθρες και διχüνοιες ακüμη και μÝσα στην οικογÝνεια, λüγω της πßστης ορισμÝνων μελþν αυτÞς και της απιστßας Üλλων. Ετσι η ειρÞνη στη διδασκαλßα του Χριστιανισμοý, üταν δεν θßγεται η πßστη, Ýχει υψßστη σημασßα. Και τοýτο διαφαßνεται απü το γεγονüς üτι κατÜ το βρÜδυ του Μυστικοý Δεßπνου, ο Ιησοýς Χριστüς Üφησε παρακαταθÞκη στους μαθητÝς Του την διδασκαλßα Του περß ειρÞνης. «ΕιρÞνην αφßημι υμßν, ειρÞνην την εμÞν δßδωμι υμßν· ου καθþς ο κüσμος δßδωσιν, εγþ δßδωμι υμßν». Στα προοßμια επιστολþν της ΚαινÞς ΔιαθÞκης, η ειρÞνη αναφÝρεται ως δωρεÜ της Áγßας ΤριÜδος. Ο απüστολος Παýλος, στÝλλοντας την επιστολÞ του στους Χριστιανοýς της Κορßνθου, αναφÝρει σχετικÜ: «ΧÜρις υμßν και ειρÞνη απü Θεοý πατρüς ημþν και Κυρßου Ιησοý Χριστοý». ΜÝσω του συνδÝσμου τÞς ειρÞνης και της κοινωνßας με το Χριστü εßναι δυνατüν να αποκτηθεß και να διατηρηθεß η ειρÞνη, διüτι λüγω αυτÞς δημιουργεßται καταλλαγÞ και ειρÞνη μÝσω των ανθρþπων. Η υψßστη σημασßα που κατÝχει η ειρÞνη στην διδασκαλßα του Χριστιανισμοý διαφαßνεται απ' τη θÝση που Ýχει το εν λüγω αßτημα στην λειτουργικÞ ζωÞ τÞς Εκκλησßας. Η μεγÜλη συναπτÞ, η οποßα λÝγεται απü το διÜκονο, καλεß üλο το εκκλησßασμα να προσευχηθεß για την ειρÞνη των ανθρþπων με το Θεü και υπÝρ του σýμπαντος κüσμου.
γ) Οι ΠατÝρες Ýναντι του πολÝμου και της ειρÞνης
Η ειρÞνη αποτελεß μÝγιστο αγαθü για τις ανθρþπινες κοινωνßες, þστε κανεßς να μην επιθυμεß κÜτι ανþτερο αυτÞς. Η μεγÜλη σημασßα που κατÝχει το αγαθü της ειρÞνης διαφαßνεται στην διδασκαλßα των ΠατÝρων, αλλÜ και στην λατρευτικÞ ζωÞ της Εκκλησßας. Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος θεωρεß üτι τßποτε δεν μπορεß να συγκριθεß με το αγαθü της ειρÞνης, διüτι τßποτε δεν εßναι ισÜξιο αυτÞς. Τονßζει ο ιερüς πατÞρ την μεγÜλη αξßα αυτοý του αγαθοý, στηριζüμενος στην χριστιανικÞ λατρεßα, και μÜλιστα στο κÝντρο αυτÞς, τη Θεßα Λειτουργßα, üπου κυριαρχοýν τα αιτÞματα του διακüνου περß ειρÞνης. ΕπιπλÝον Üξιο προσοχÞς εßναι üτι ο επßσκοπος, προτοý ανÝλθει στο θρüνο του, ευλογεß το ποßμνιο, þστε να αποκτÞσει την ειρÞνη, ενþ üταν τελειþσει η σýναξη και κÜνει την απüλυση, επεýχεται λÝγοντας: «Πορεýεσθε εις ειρÞνην». Σημειþνοντας τη μεγÜλη σημασßα τÞς ειρÞνης ο Üγιος ιερÜρχης αναφÝρει χαρακτηριστικÜ: «Áýτη γαρ εστßν η τροφüς ημþν και μÞτηρ, θÜλπουσα μετÜ πολλÞς της ακριβεßας ημÜς». Η ειρÞνη αποτελεß αγαθü στο οποßο μποροýν και πρÝπει να μετÝχουν üλοι οι Üνθρωποι, χωρßς να εκλÝγονται ορισμÝνοι για τη μετοχÞ τους σ' αυτü και να απορρßπτονται Üλλοι. Ο ΜÝγας Βασßλειος αναφÝρει χαρακτηριστικÜ: «τοσοýτον λÝγω üτι το της ειρÞνης καλüν, ει μεν εν τω ονüματι τÞς ειρÞνης περιγρÜφεται μüνω, καταγÝλαστον εστß τον δεßνα και τον δεßνα εκλεγομÝνους τοýτοις μüνο μεταδιδüναι του ειρηναßου, ετÝρους δε μυρßους αποκλεßειν της προς το καλüν κοινωνßας», ενþ ο Üγιος Γρηγüριος ο Θεολüγος παρατηρεß üτι üσοι αγαποýν και επιθυμοýν την ειρÞνη, προσεγγßζουν το Θεü. Ο ßδιος πατÞρ σ' Üλλο σημεßο αναφÝρει üτι η ειρÞνη δεν αποτελεß στοιχεßο μüνο των ανθρωπßνων κοινωνιþν, αλλÜ η παρουσßα της διαφαßνεται και στους νüμους που διÝπουν την κτßση. Το σýμπαν ολüκληρο, η στεριÜ και η θÜλασσα, μÝσω των οποßων κηρýττεται σιωπηλÜ η παρουσßα του Θεοý, üταν αυτü παραμÝνει στα καθορισμÝνα πλαßσια της κτßσεως που Ýθεσε ο ßδιος ο Δημιουργüς και ειρηνεýει με τον εαυτü του, αποτελεß «κüσμον». ΚατÜ τον ßδιο πατÝρα «ταýτα πÜντα οýτως Ýχοντα και κατÜ τας πρþτας αιτßας της αρμονßας... τι ποτ' εχρÞν δοκεßν Ýτερον Þ φιλßας και ομονοßας εßναι κηρýγματα και νομοθετεßν ανθρþποις δι' εαυτþν το ομüψυχον;»· αναμφισβÞτητα η ειρÞνη αποτελεß αγαθü για την ανθρþπινη κοινωνßα. Τοýτο δεν σημαßνει üτι εßναι πÜντα η καλýτερη λýση στις σχÝσεις μεταξý των ανθρþπων, ιδιαßτερα üταν αυτÞ συνδÝεται με πÜθη και αδυναμßες. Ο Üγιος Γρηγüριος ο Θεολüγος θεμελιþνοντας αυτÞ τη θÝση, αναφÝρει üτι üταν πρüκειται για ζητÞματα πßστεως και ευσÝβειας, προτιμÜται ο πüλεμος. ΣυνιστÜ ο ιερüς πατÞρ να τßθεται ως ýψιστος σκοπüς της ζωÞς ο φüβος του Θεοý και κατÜ συνÝπεια να διαφυλÜττεται η πßστη και η αλÞθεια. Ο Üγιος Ισßδωρος ο Πηλουσιþτης αναφÝρει üτι üταν υπÜρχουν ειρηνικÝς σχÝσεις με Üτομα που προσβÜλλουν θÝματα πßστεως και διαφθεßρουν Þθη, αυτü αποτελεß απομÜκρυνση και αλλοτρßωση του ανθρþπου απü την ειρÞνη. Η ειρÞνη δεν μπορεß να νοηθεß ξεκομμÝνη και ασýνδετη απ' τις Ýννοιες της δικαιοσýνης και της αγÜπης. Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος παρατηρεß üτι η αγÜπη εßναι φýλακας της ειρÞνης. Áυτü διαφαßνεται σ' üλες τις πτυχÝς της ζωÞς. Οι ληστÝς παýουν να Ýχουν ειρÞνη και ομüνοια μεταξý τους, üταν υπεισÝλθει η διχüνοια και ο πüλεμος. Áρχßζει τüτε να χρησιμοποιεßται ληστρικÞ συμπεριφορÜ ακüμη και μεταξý τους. Το ßδιο φαινüμενο, δηλαδÞ η Ýλλειψη της αγÜπης και η παρουσßα της αμαρτßας, γßνεται συχνÜ αιτßα διχονοιþν και διαμαχþν στους πλεονÝκτες και τους μοιχοýς. Ο Üγιος πατÞρ αναφÝρει χαρακτηριστικÜ: «καθÜπερ γαρ δýο θηρßων σφüδρα πεινþντων, αν μη τι γÝνοιτο μÝσον το δυνÜμενον υπ' αυτþν αναλωθÞναι, εαυτÜ κατεσθßουσιν· οýτω και επß των πλεονεκτþν και των κακþν εγÝνετο αν. Ωστε ουκ Ýνι ειρÞνην εßναι, μη πρüτερον αρετÞς κατορθωθεßσης». Στο πλαßσιο της αγÜπης θα πρÝπει να εννοηθεß και η Ýννοια της διαφωνßας, üταν κακοποιεßται και προσβÜλλεται η ευσÝβεια. ÁλλÜ ακüμη και στην περßπτωση αυτÞ, η ψυχÞ δεν θα πρÝπει να γßνει πεδßο μÜχης και να δημιουργηθεß αποστροφÞ Ýναντι των ανθρþπων. Áντßθετα, εκεßνο που πρÝπει να γßνει εßναι η καταπολÝμηση τþν λανθασμÝνων αντιλÞψεων. Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος αναφÝρει üτι σε περßπτωση που κÜποιος δεν ειρηνεýει μαζß μας, δεν θα πρÝπει να υπÜρχει μßσος και ταραχÞ στην ψυχÞ γι' αυτüν, αλλÜ να τον βλÝπουμε ως φßλο, χωρßς βÝβαια να προδßδεται η αλÞθεια. Οι ΠατÝρες κρßνουν αναγκαßο να κÜνουν τον απαραßτητο διαχωρισμü μεταξý της ειρÞνης εν Χριστþ και της κοσμικÞς ειρÞνης. Η πρþτη, η οποßα περιÝχει μÝσα της το στοιχεßο της μονιμüτητας και της σταθερüτητας αναπτýσσεται και δημιουργεßται, üταν υπÜρχει η ευλογßα του Θεοý. Áπαραßτητη προûπüθεση για την απüκτηση της ειρÞνης εßναι η εσωτερικÞ ειρÞνη. Οι ΠατÝρες βÝβαια, δεν παραθεωροýν την ειρÞνη των κοινωνιþν, αλλÜ θεωροýν την εσωτερικÞ ηρεμßα προûπüθεση αυτÞς. Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος αναφερüμενος στο θÝμα της ειρÞνης και του πολÝμου, παρατηρεß üτι υπÜρχουν τρßα εßδη πολÝμου. Το πρþτο πραγματοποιεßται, üταν μßα πολιτεßα απειλεßται απü εξωτερικü εχθρü, το δεýτερο, üταν, ενþ επικρατεß εξωτερικÞ ειρÞνη, δημιουργεßται εσωτερικÞ διαμÜχη, ενþ το τρßτο εßδος, üταν ο καθÝνας πολεμÜ τον εαυτü του, ο οποßος, σýμφωνα με τον ιερü πατÝρα εßναι ο φοβερüτερος. Η διαμÜχη αυτÞ με τον εαυτü μας δημιουργεßται üταν το σþμα μÜχεται την ψυχÞ, και οπλßζει τις σαρκικÝς ηδονÝς, την οργÞ και το φüβο. Ο ιερüς πατÞρ συνιστÜ να προσπαθοýμε να εξαφανßσουμε αυτüν τον πüλεμο και να κατανικÞσουμε τα πÜθη, þστε να υπÜρχει η δυνατüτητα να μιλÞσουμε για την ειρÞνη στους συνανθρþπους μας. Η ειρÞνη του εαυτοý μας Ýχει Üμεση σχÝση με την ειρÞνη και κοινωνßα με το Θεü, η οποßα εßναι η προûπüθεση και το αßτιο της εν Χριστþ ειρÞνης. Ετσι δεν βλÜπτεται σε τßποτα αυτüς που Ýχει κοινωνßα με το Θεü, κατανικÜται ο φüβος του απÝναντι σε οποιοδÞποτε Üτομο, ακüμα και απÝναντι στον ßδιο το διÜβολο. Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος αναφÝρει χαρακτηριστικÜ: «Ο μεν γαρ την παρÜ τω Θεþ χÜριν Ýχων ουδÝνα δÝδοικε, καν μυρßα πÜσχη δεινÜ· ου λÝγω Üνθρωπον, αλλ' ουδÝ αυτüν τον διÜβολον». Σε αντßθεση, ο Üνθρωπος, που δεν Ýχει κοινωνßα με το Θεü, ακüμη κι αν φαßνεται üτι βρßσκεται σε ασφÜλεια, δεν μπορεß να ειρηνεýσει, διüτι πλÞττεται απü το αßσθημα της καχυποψßας Ýναντι üλων. Ειρηνεýοντας ο Üνθρωπος με το Θεü και τον εαυτü του, αποκτÜ ηρεμßα και αταραξßα. Ο ΜÝγας Βασßλειος παρατηρεß üτι ο Üνθρωπος, που Ýχει ειρÞνη, εßναι φανερüς απü την ηπιüτητα του χαρακτÞρος του, ενþ εκεßνος που πολεμÜται απ' τα πÜθη, δεν Ýχει απολαýσει την εν Χριστþ ειρÞνη. Ο ιερüς πατÞρ συνδÝει Üμεσα την ειρÞνη με το Χριστü, ο Οποßος εßναι ο χορηγüς της, ενþ παρÜλληλα παρατηρεß üτι η εσωτερικÞ ειρÞνη, η απαλλαγÞ απ' τα πÜθη, προστατεýει απü την επιρροÞ και παραδοχÞ λανθασμÝνων αντιλÞψεων. ΣυνιστÜ να αποζητοýμε την ειρÞνη που συνδÝεται με την εξαφÜνιση των θορýβων της κοσμικÞς ζωÞς. Σýμφωνα με τον Áμμþνιο τον Áλεξανδρινü, η ειρÞνη του Χριστοý, μας παρακινεß να ειρηνεýουμε πρωτßστως με τον εαυτü μας και Ýπειτα με τους Üλλους. Γßνεται αναγκαßος ο διαχωρισμüς αυτüς στην διδασκαλßα των ΠατÝρων, λüγω του üτι η ειρÞνη αποτελεß στοιχεßο και αγαθü της ΚαινÞς ΔιαθÞκης, η οποßα εμβαθýνει περισσüτερο στην Ýννοια αυτÞς, απ' üτι η διδασκαλßα και η σκÝψη των προ Χριστοý λαþν. Η Ýννοια της ειρÞνης εßναι διÜχυτη στην διδασκαλßα των ΠατÝρων. Ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος αναφερüμενος στο περιεχüμενο της σταυρικÞς θυσßας του Θεανθρþπου, παρατηρεß üτι ο Χριστüς κατÞργησε την Ýχθρα που προûπÞρχε μεταξý Θεοý και ανθρþπων, ειρηνοποßησε τους ανθρþπους μεταξý τους και εξαφÜνισε τον πüλεμο. Ο ßδιος πατÞρ ερμηνεýοντας την προφητεßα του ΗσαÀου: «συγκüψουσι τας μαχαßρας αυτþν εις Üροτρα και τας ζιβýνας αυτþν εις δρÝπανα, και ου λÞψεται Ýθνος επ' Ýθνος μÜχαιραν, και ου μη μÜθωσι Ýτι του πολεμεßν», αναφÝρει üτι πριν απü την σÜρκωση του Χριστοý, οι περισσüτεροι Üνθρωποι χρησιμοποιοýσαν üπλα σε μεγÜλο βαθμü, þστε οι πüλεις αναμεταξý τους να εξοπλßζονται για πüλεμο. Áπü την εποχÞ üμως της εμφανßσεως και δρÜσεως της Εκκλησßας, το μεγαλýτερο μÝρος τÞς οικουμÝνης ζει ειρηνικÜ, ενþ παρÜλληλα θα μποροýσαν να αποφευχθοýν Ýστω και οι πüλεμοι που τυχüν υφßστανται, αν το πλÞρωμα της Εκκλησßας επιτελοýσε το χριστιανικü του καθÞκον. Ο Üγιος Ισßδωρος ο Πηλουσιþτης αναφερüμενος στο ßδιο χωρßο παρατηρεß üτι το Üροτρο της ειρÞνης, το οποßο αναφÝρει ο προφÞτης ΗσαÀας, εßναι η θεßα διδασκαλßα για το Χριστü, η οποßα θα τιθασσεýσει τις φιλοπüλεμες χþρες, þστε να μεταποιÞσουν τα φονικÜ üργανα σε εργαλεßα γεωργßας ωφÝλιμα για τη ζωÞ του ανθρþπου. Η ειρÞνη ως διδασκαλßα των ΠατÝρων κατÝχει υψßστη θÝση. Ο Üγιος Γρηγüριος Νýσσης, αναφερüμενος στον Μακαρισμü περß ειρηνοποιþν, παρατηρεß üτι η ειρÞνη αποτελεß την αγαπητικÞ σχÝση προς τους συνανθρþπους μας, την οποßα καλοýμαστÝ να Ýχουμε πρωτßστως εμεßς οι ßδιοι. Η ειρÞνη, σýμφωνα με τον ßδιο πατÝρα, «αφανισμü ποιεß του κακοý τη εαυτÞς παρουσßα» και παρομοιÜζεται με τη δýναμη που Ýχει η υγεßα Ýναντι της ασθενεßας και το φως Ýναντι του σκüτους, ενþ ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος, αναφερüμενος στον ßδιο μακαρισμü, σημειþνει üτι απορρßπτεται η διχüνοια μεταξý κÜποιων προσþπων και επιζητεßται η συμφιλßωση των ιδßων αλλÜ και των Üλλων, üταν υπÜρχει μεταξý τους Ýχθρα. ΠαρÜλληλα με την ειρÞνη, η οποßα αποτελεß τη μεγαλýτερη απü τις ευλογßες, οι ΠατÝρες ασχολοýνται και με το κοινωνικü πρüβλημα του πολÝμου, το οποßο εßναι Ýνα απü τα μεγαλýτερα δεινÜ που μαστßζουν τις ανθρþπινες κοινωνßες. Εχει τις ρßζες του στην πλεονεξßα του ανθρþπου, στην επιθυμßα του για μεγαλýτερη απüκτηση πλοýτου. Ο Üγιος Γρηγüριος ο Θεολüγος παρατηρεß üτι η φιλαρχßα, η φιλαργυρßα, το μßσος και η υπερηφÜνεια, αποτελοýν αßτια της διχüνοιας, ενþ ο ßδιος πατÞρ υποστηρßζει üτι οι πüλεμοι συχνÜ γεννοýν τους φüρους. Την Üμεση σχÝση της φιλαργυρßας με τον πüλεμο εντοπßζει ο Üγιος ΙωÜννης ο Χρυσüστομος, παρατηρþντας üτι ο δεσμüς με τα χρÞματα εßναι μεγÜλος, και δεν συνειδητοποιεßται üτι αυτüς εßναι ρßζα του κακοý. Η φιλαργυρßα συχνÜ γßνεται τüσο ισχυρÞ, þστε να προκαλοýνται διχüνοιες και πüλεμος μεταξý συγγενþν και μÜλιστα αδελφþν. ΓενικÜ ο πüλεμος αποτελεß Ýνα απ' τÜ μεγαλýτερα κακÜ της ανθρωπüτητας. Ο ΜÝγας ÁθανÜσιος παρατηρεß σχετικÜ üτι το να φονεýει κανεßς τους εχθροýς του στον πüλεμο αποτελεß αξιÝπαινη και νüμιμη πρÜξη. Για το λüγο αυτü απολαμβÜνουν μεγÜλες τιμÝς αυτοß που αρßστευσαν στον αμυντικü πüλεμο. Ο ΜÝγας Βασßλειος προσπαθþντας να εντοπßσει τον τρüπο σκÝψης των προηγουμÝνων απ' αυτüν ΠατÝρων πÜνω στο εν λüγω ζÞτημα, παρατηρεß üτι οι ΠατÝρες δεν το θεþρησαν ως φüνο, διüτι Þθελαν να φανοýν ευσπλαχνικοß και να συγχωρÞσουν αυτοýς που αγωνßστηκαν για την αρετÞ και την ευσÝβεια. Η απαγüρευση του φüνου αποτελεß εντολÞ του Θεοý, μολονüτι σε ορισμÝνες περιπτþσεις, εßτε με νüμο, εßτε με εντολÞ, υπÜρχει εξαßρεση. Οπως συμβαßνει στις περιπτþσεις που το πρüσωπο που διÝπραξε το φüνο, ακολοýθησε τις διαταγÝς κÜποιου Üλλου. Ο ιερüς Áυγουστßνος παρατηρεß üτι δεν καταπÜτησαν την εντολÞ απαγορεýσεως του φüνου, εκεßνοι που στην εξÜσκηση των καθηκüντων τους, τιμþρησαν τους εχθροýς. Áν εξαιρÝσουμε τις περιπτþσεις, κατÜ τις οποßες Ýνας νüμος, Þ ο ßδιος ο Θεüς διÝταξε να φονεýσουν μ' Ýναν ιδιαßτερο τρüπο, üπως ο Σαμψþν και ο ÁβραÜμ, üποιος Üλλος αφαßρεσε τη ζωÞ ανθρþπου εßναι Ýνοχος ανθρωποκτονßας.
Επßλογος
ΘÝμα της παροýσης εργασßας απετÝλεσαν διÜφορα κοινωνικÜ προβλÞματα που Ýχουν διαχρονικÞ ισχý, καθþς και η θÝση των ΠατÝρων επÜνω σ' αυτÜ. Áναγκαßο κρßθηκε να αναπτυχθεß παρÜλληλα η θÝση της θýραθεν φιλοσοφßας, των Üλλων πολιτισμþν και λαþν καθþς και του Χριστιανισμοý γενικÜ, þστε να κατανοηθεß καλýτερα η στÜση των ΠατÝρων Ýναντι αυτþν των προβλημÜτων. Στην εποχÞ μας, αλλÜ και σε Üλλες ιστορικÝς περιüδους, οι οποßες χαρακτηρßζονταν απü Ýντονες ιδεολογικÝς αναζητÞσεις, συχνÜ διερευνÞθηκε η στÜση των διαφüρων φιλοσοφικþν συστημÜτων και θρησκειþν Ýναντι των προβλημÜτων, που κατÜ καιροýς απασχüλησαν τις κοινωνßες. Μεταξý αυτþν το ενδιαφÝρον στρÜφηκε στην Εκκλησßα, στην διδασκαλßα του Χριστιανισμοý, üπως αυτÞ διακηρýχθηκε. Η διδασκαλßα της Εκκλησßας, στην περßοδο συγγραφÞς των κειμÝνων της ΚαινÞς ΔιαθÞκης, παρουσιÜζεται σε πολý αδρÝς γραμμÝς και δεν αναφÝρεται εκτενþς σε ορισμÝνα κοινωνικÜ προβλÞματα. Οι ΠατÝρες της Εκκλησßας, ζþντας το γνÞσιο χριστιανικü φρüνημα, ως ποιμÝνες και γνþστες της χριστιανικÞς αλÞθειας, αναφÝρθηκαν σ' αυτÞν εκτενÝστερα, εντοπßζοντας τα βασικÜ στοιχεßα ýπαρξης των εν λüγω προβλημÜτων και τις τυχüν μεθüδους επιλýσεως αυτþν, χωρßς üμως αυτÝς να βρßσκονται Ýξω απü τον Üνθρωπο και να εßναι ανεξÜρτητες απü τον αγþνα του να μεταμορφωθεß εις «καινÞ κτßσιν». Ετσι το ενδιαφÝρον στρÜφηκε στην κοινωνικÞ διδασκαλßα των ΠατÝρων, την οποßα χαρακτÞρισαν μερικοß ως προúüν συντηρητισμοý της κατεστημÝνης κοινωνικÞς καταστÜσεως και εμπüδιο για την πραγμÜτωση κοινωνικþν αλλαγþν. ÁυτÞ üμως εßναι η μßα μüνο üψη της αληθεßας. Μπορεß η στÜση των ΠατÝρων να φαßνεται üτι συντηρεß μια κατεστημÝνη κοινωνικÞ κατÜσταση, αλλÜ στην πραγματικüτητα, η διδασκαλßα τους βοÞθησε στην βαθμιαßα βελτßωση, αν üχι εξαφÜνιση ορισμÝνων δεινþν. Οι ΠατÝρες δεν θεþρησαν αναγκαßες τις ανατρεπτικÝς μεθüδους για την επßλυση των προβλημÜτων της εποχÞς τους, και που λßγο Þ πολý απασχολοýν κÜθε ανθρþπινη κοινωνßα, αλλÜ μεθüδους βαθιÝς και ουσιαστικÝς, που εßναι πιο αποτελεσματικÝς. ΜÝσω των ομιλιþν και της διδασκαλßας τους, προσπÜθησαν να επιτýχουν την ανακαßνιση των ανθρþπων ως προσþπων. Η διδασκαλßα τους, που αναφÝρεται στην αρετÞ του αλληλοσεβασμοý και της αγÜπης, αποτελεß λýση στα προβλÞματα των φυλετικþν διακρßσεων και καταπÜτησης των ανθρωπßνων δικαιωμÜτων. Η ιστορßα απÝδειξε üτι οι επαναστÜσεις και οι δραστικÝς λýσεις μπορεß να ανατρÝπουν μια κακþς κεßμενη κοινωνικÞ κατÜσταση, αλλÜ σταδιακÜ γßνονται οι ßδιες κατεστημÝνο. Η αλλαγÞ των κοινωνικþν θεσμþν πραγματοποιεßται μÝσω της ανακαινßσεως του ανθρþπου, των ιδεολογιþν του και εν τÝλει της συμπεριφορÜς του. Η διδασκαλßα των ΠατÝρων συνÝβαλε τα μÝγιστα σ' αυτü το σκοπü.
(ΠλÞθος παραπομπþν καθþς και τα κεφÜλαια που παραλεßπονται, μπορεßτε να βρεßτε στο σχετικü τεýχος του περιοδικοý «Θεοδρομßα»)
(ΠηγÞ: «ΘΕΟΔΡΟΜΙÁ» Ιαν. – Μαρ. 2008)
|
| |
ÌÝóïò üñïò ÁîéïëïãÞóåùí: 5 Áñéèìüò ØÞöùí: 3

|
|