ÊáëùóÞëèáôå ::: Alopsis :::  
  Øçëáöþíôáò ôçí ôùí ðñáãìÜôùí áëÞèåéá...    

 ...::ÁÑ×ÉÊÇ |  ÅÐÉÊÏÉÍÙÍÉÁ |  ÐÏËÕÔÏÍÉÊÅÓ ÃÑÁÌÌÁÔÏÓÅÉÑÅÓ |  ÐÏÉÏÉ ÅÉÌÁÓÔÅ ::...
ÅÐÉËÏÃÅÓ
 Áñ÷éêÞ

Ðåñéå÷üìåíá
 ÁÑ×ÅÉÏ ÁÑÈÑÙÍ
 ÊÁÔÇÃÏÑÉÅÓ ÁÑÈÑÙÍ
 ÁÖÉÅÑÙÌÁÔÁ

 Êáôçãïñßåò
· ÈÅÏËÏÃÉÁ
· ÊÏÉÍÙÍÉÁ
· ÂÉÏÇÈÉÊÇ
· ÕÃÅÉÁ - ÄÉÁÔÑÏÖÇ
· ÐÅÑÉÂÁËËÏÍ
· ÁÈËÇÔÉÓÌÏÓ
· ÂÉÂËÉÁ
· ÂÉÂËÉÏÊÑÉÔÉÊÅÓ
· ÐÅÑÉÏÄÉÊÁ
· ÁÍ-ÅÐÉÊÁÉÑÁ
· ÓÔÏ×ÁÓÌÏÉ

 Áöéåñþìáôá
· ÖáñìáêïäéÝãåñóç
· ÊéíçôÜ ÔçëÝöùíá
· ÌåôáëëáãìÝíá
· Ìåôáìïó÷åýóåéò
· Ð.Ó.Å.
· Óêáíäáëéóìüò
· ÔáöÞ Þ Êáýóç íåêñþí
· ÃÝñïíôáò Ðáúóéïò
· ÃÝñïíôáò Óùöñüíéïò
· ÁèÞíá 2004
· ËåéôïõñãéêÞ Ãëþóóá
· ¶âáôïí
· Åêôüò ÅëëÜäïò
· ÅíáëëáêôéêÝò "èåñáðåßåò"
· Ðáðéóìüò
· ENGLISH
· ÃÝñïíôáò ÃåñâÜóéïò Ðáñáóêåõüðïõëïò
· ÁéñÝóåéò - ÏìÜäåò - Ñåýìáôá
· DEUTSCH
· ÓåîïõáëéêÞ Äéáðáéäáãþãçóç
· Ïéêïõìåíéóìüò
· ËåéôïõñãéêÞ ÔÜîéò

 ÊáôÜ ÓõããñáöÝá
· Éåñüèåïò ÂëÜ÷ïò
· Ãåþñãéïò ÊáøÜíçò
· Íéêüäçìïò Ìðáñïýóçò
· Âáóßëåéïò ÃïíôéêÜêçò
· ÓáñÜíôçò ÓáñÜíôïò
· Ãåþñãéïò Ìåôáëëçíüò
· Èåüäùñïò ÆÞóçò
· Êùí/íïò Óôñáôçãüðïõëïò

 Åêäüóåéò
· É.Ì. Ðáíáãßáò ×ñõóïðïäáñéôßóóçò
· É.Ì. Ãåíåèëßïõ ôçò Èåïôüêïõ
· Ôáìéåßïõ ÈñÜêçò
· É.Ì. ÐáñáêëÞôïõ Ùñùðïý
· É.Ì. Áãßïõ ÉùÜííïõ Ðñïäñüìïõ ÊáñÝá

 ÁíáêôÞóåéò & Óýíäåóìïé
 ÁÍÁÊÔÇÓÅÉÓ (Downloads)
 ÓÕÍÄÅÓÌÏÉ

 Ðëçñïöïñßåò
 ÅÐÉÊÏÉÍÙÍÉÁ
 Ðñüôáóç éóôïóåëßäáò
 ÓÕÍÈÅÔÇ ÁÍÁÆÇÔÇÓÇ

Ðïéüò åßíáé online
ÕðÜñ÷ïõí åðß ôïõ ðáñüíôïò 54 ÅðéóêÝðôçò(åò) êáé 0 ÌÝëïò(ç) ðïõ åßíáé óõíäåäåìÝíïò(ïé)

Åßóáóôå áíþíõìïò ÷ñÞóôçò. Ìðïñåßôå íá åããñáöåßôå ðáôþíôáò åäþ

ÅíÜíôéá óôç èñçóêåßá (×ñÞóôïò ÃéáííáñÜò)
alopsis

ÂÉÂËÉÏÊÑÉÔÉÊÅÓ
ΚριτικÞ εις το βιβλßον του κ. ΧρÞστου ΓιανναρÜ «ΕνÜντια στη θρησκεßα» απü τον Πρεσβýτερο Σταýρο Τρικαλιþτη, εφημÝριο Ι. Ν. Áγ. ΠαρασκευÞς ÁττικÞς.




¸κπληξη και θλßψη Ýνιωσα κα­θþς διÜβαζα το τελευταßο βιβλßο του κ. ΧρÞστου ΓιανναρÜ «ΕνÜντια στη θρησκεßα» (εκδ. ºκαρος, Δε­κÝμβριος 2006). Ο κ. ΧρÞστος Γιαν­ναρÜς (απü εδþ και στο εξÞς κ. Γ.) εßναι γνωστüς απü το παρελθüν για τις θÝσεις του περß προγαμιαßων σχÝσεων —θÝσεις αντßθετες με τη διδασκαλßα της Εκκλησßας μας—, καθþς και με τις μειωτικÝς θÝσεις του για το πρüσωπο και το Ýργο του αγ. Νικüδημου του Áγιορεßτου, θÝ­σεις οι οποßες Ýχουν αντικρουσθεß δημοσßως απü Ýγκριτα πρüσωπα.
Στο ως Üνω βιβλßο ο κ. Γ. θÝτει υπü αμφισβÞτηση τους πÜντες και τα πÜντα. Τα βÜζει με τους Ιεροýς Κανüνες της Εκκλησßας μας, την ΙερÜ της ΠαρÜδοση, τους ΠατÝρες της Εκκλησßας και τα πατερικÜ κεß­μενα, τους ορθüδοξους κληρικοýς, την Áγßα ΓραφÞ, το πλÞρωμα της Εκκλησßας για δÞθεν δαιμονοποßηση της σεξουαλικüτητας, ακü­μα και με τη Φιλοκαλßα.
Ο κ. Γ. δεν διστÜζει ακüμα να εκφÝρει και θÝσεις που αγγßζουν τα üρια της βλασφημßας. ΒλÝπει üτι τα ΙερÜ ΜυστÞρια καταντοýν Ιεροπραξßες, που αντß για χÜρη μεταδß­δουν Ýνα εßδος μαγικÞς ενÝργειας(!). ΣτρÝφεται κατÜ του ÁειπÜρθενου της Θεοτüκου, ομιλεß υποτι­μητικÜ για τη λαúκÞ ευσÝβεια, τη θεολογικÞ γλþσσα της Εκκλησßας. Χρησιμοποιεß την Ψυχολογßα και τους επιμÝρους κλÜδους της, για να καυτηριÜσει διÜφορα «θρη­σκευτικÜ ψυχοπαθολογικÜ φαινü­μενα» και Üλλες «εξωφρενικÝς» θÝσεις δßνοντÜς τους «επιστημονι­κü γιανναρικü μανδýα»(!)
Ο κ. Γ. κινεßται στο διπολικü σχÞμα θρησκευτικüτητα και εκκλη­σιαστικü γεγονüς, τα οποßα και αντιδιαστÝλλει. Ορßζει ως θρησκευτι­κüτητα «καταγωγικÜ Ýμφυτη ορμÞ, ανÜγκη ενστικτþδη, γι' αυτü και εξ ορισμοý ατομοκεντρικÞ». Η θρη­σκευτικüτητα «αποτελεß γνþρισμα της φýσης του ανθρþπου (χαρακτη­ρßζει την ανθρþπινη φýση καθü­λου)» και «ως Ýκφανση του ενστß­κτου της αυτοσυντÞρησης, η θρη­σκευτικüτητα αποβλÝπει να θωρακßσει το Üτομο απÝναντι στην ανασφÜ­λεια και στις φοβßες που γεννÜει η Üγνοια, στον τρüμο και στον πανικü για τον θÜνατο. Θωρακßζει η θρη­σκεßα το Üτομο με μεταφυσικÝς "πε­ποιθÞσεις", με "ηθικÝς" αρχÝς, με σιγουριÜ για αιþνια παρÜταση της ýπαρξÞς του. ΤρÝφει το υπερεγþ, προσφÝρει αυτοπεποßθηση, ηδονι­κÞ αυταρÝσκεια, ιεροποιημενο ναρ­κισσισμü». Και καταλÞγει: «Το θρη­σκευτικü Üτομο ειδωλοποιεß την νοητικÞ του ικανüτητα, λατρεýει τις δυνατüτητες της λογικÞς».
Στον αντßποδα της θρησκευτικü­τητας βρßσκεται το "εκκλησιαστικü γεγονüς", «Η πρüσκληση "Ýρχου και ßδε" (Ιω. α', 48). ΔηλαδÞ Ýνα κÜ­λεσμα να μετÜσχει ο Üνθρωπος σε συγκεκριμÝνες σχÝσεις, σχÝσεις κοινωνßας της ζωÞς, σε κοινü Üθλη­μα ατομικÞς του καθενüς αυθυπÝρβασης και αυτοπροσφορÜς. Με στü­χο εκεßνη τη γνþση που προκýπτει üταν αγαπÜει κανεßς» (σ. 64). Σε κÜ­ποιο Üλλο σημεßο θα αποφανθεß: «Για τον μÝτοχο του εκκλησιαστι­κοý γεγονüτος δεν υπÜρχουν a priori αλÞθειες, δοξασßες νοητικÜ υπο­χρεωτικÝς, δεν υπÜρχουν προûποθετικÝς αρχÝς (επßσης νοητικÜ επι­βαλλüμενες), κωδικÝς μÝθοδοι ερμηνεßας, νομικÜ προκαθορισμÝνες διατÜξεις συμπεριφορÜς» (σ. 68).
¼πως καταλαβαßνουμε, μια τÝ­τοιου εßδους "γιανναρικÞ ερμη­νεßα" του εκκλησιαστικοý γεγονü­τος ανοßγει τις πýλες για την κατÜρ­γηση κÜθε εßδους φραγμþν, εßτε "δüγματα" εßναι αυτÜ, εßτε "αποφÜσεις Οικουμενικþν Συνüδων", εßτε "εντολÝς της Áγßας ΓραφÞς", εßτε "πατερικÝς παρακαταθÞκες", εßτε "επιταγÝς της ΙερÜς Παραδüσεως". ¼λα αυτÜ Ýχουν Ýνα χαρακτÞρα νομικισμοý, "θωρακßζουν το εγþ με βεβαιüτητες" και οδηγοýν σε "δογ­ματικÞ νοησιαρχßα" (σ. 99)(!) ΚατÜ τον κ. Γ. εßναι κÜποιος "χριστιανüς" επειδÞ «μετÝχει στο εκκλησιαστικü γεγονüς ως μÝλος συγκεκριμÝνου ευχαριστιακοý σþματος» και üχι «ε­πειδÞ ατομικÜ "πιστεýει" στα δüγ­ματα του "Χριστιανισμοý" και στις ηθικÝς εντολÝς του —οι "χριστιανι­κÝς αρχÝς" εßναι ατομικÝς του πε­ποιθÞσεις» (σ. 100). ¼λο το βιβλßο του κ. Γ. οικοδομεßται στο αυθαßρε­το σχÞμα θρησκευτικüτητα - εκ­κλησιαστικü γεγονüς, σχÞμα που του δßνει την δυνατüτητα να εκφÝ­ρει Ýνα πρωτοφανÝς σýστημα ι­δεþν, εντελþς ξÝνων απü την καινοδιαθηκικÞ και πατερικÞ θεολογßα και απü τη ζωÞ της Εκκλησßας.
Ο κ. Γ. εßναι κÜτι μεταξý θεολογοýντος φιλοσüφου και φιλοσοφοýντος θεολüγου. Χρησιμοποιεß Ýναν θελκτικü λüγο, σε πολλÜ ση­μεßα κρυπτογραφικü και δßσημο και Ýχει καταφÝρει για αρκετÝς δεκαε­τßες να θαυμÜζεται απü πολλοýς ανθρþπους, που ανÞκουν σε "εκ­κλησιαστικÜ περιβÜλλοντα" αρεσκüμενα σε τÝτοιου εßδους κουλ­τουριÜρικες διατυπþσεις του "εκκλησιαστικοý γεγονüτος". Στον κý­κλο του ανÞκουν νεωτερßζοντες κληρικοß, φιλοσοφοýντες θεολü­γοι, μορφωμÝνοι Üνθρωποι με υ­περβατικÝς αναζητÞσεις και "ανοι­κτü πνεýμα", ακüμη και νÝοι, που δυστυχþς επηρεÜζονται απü τις περß ηθικÞς απüψεις του. Στον κý­κλο του δεν ανÞκουν απλοß Üνθρω­ποι του λαοý, που ευτυχþς γι' αυτοýς, δεν τον καταλαβαßνουν.
Για να ποýμε και του στραβοý το δßκιο, κατÜ καιροýς Ýχει εκφρÜσει και πολý σωστÝς θÝσεις —üπως π.χ. στο θÝμα της ελληνικÞς γλþσ­σας—, που üμως ακυρþνονται και χÜνονται μÝσα απü τις απαρÜδε­κτες θÝσεις που εκφρÜζει στο συγ­γραφικü του Ýργο. Στη συνÝχεια θα δοýμε και θα σχολιÜσουμε ορισμÝ­νες απαρÜδεκτες θÝσεις που ανα­φÝρονται στο βιβλßο του «ΚατÜ της θρησκεßας».

Οι Ι. Κανüνες της Εκκλησßας στο στüχαστρο. Ενοχλεß τον κ. Γ. η "ραγδαßα αýξηση του αριθμοý των Κανüνων που αναφÝρονται σε γε­νικÝς περιπτþσεις ατομικþν αμαρ­τημÜτων» (σ. 114). Κατηγορεß τους Κανüνες ως «Üσχετους με το ευαγ­γÝλιο της Εκκλησßας, σχετικοýς μÜλλον με ακρüτητες θρησκευτι­κοý πουριτανισμοý».
Áφοý αναφερθεß ειρωνικÜ σε ο­ρισμÝνους Üσχετους κατ' αυτüν Κανüνες, κριτικÜρει αφ' υψηλοý τους Ιεροýς Κανüνες και αποφθÝγγεται σαρκαστικÜ: «Βρßθουν οι Κανüνες απü τις πιο απßθανες διαστροφÝς, εξιδιασμÝνες επινοÞσεις ασελγημÜτων-ποικιλüτροπα εφευρÞματα κτηνοβασßας, αιμομι­ξßας, ομοφυλοφιλßας, αυνανισμοý. Επεκτεßνονται και σε ευρýτατο πε­δßο κοινωνικþν εγκλημÜτων: τοκογλυφßας, επιορκßας, τυμβωρυχßας, κλοπÞς. Θεσμοποιοýν απαιτÞσεις Üμεμπτης κοινωνικÞς διαγωγÞς, κυρßως των κληρικþν, αντικειμενοποιοýν και εκνομßζουν προûποθÝ­σεις εγκυρüτητας μυστηρßων, ιδιαßτερα του γÜμου, επιμÝνουν σε λεπτομερÞ προγραμματισμü των σεξουαλικþν σχÝσεων των συζý­γων» (σ. 115).
Μας κÜνει ιδιαßτερη εντýπωση ο σκανδαλισμüς του για θÝματα σχε­τικÜ με τη σεξουαλικüτητα, üπως θα φανεß και παρακÜτω, γεγονüς που υποδηλþνει Üτομο με Ýντονα καταπιεσμÝνες τραυματικÝς εμ­πειρßες —üπως ο ßδιος Ýχει γρα­πτþς διακηρýξει—, τις οποßες δεν ξεπÝρασε και τις βγÜζει στα κεßμε­νÜ του με μια απροκÜλυπτη επιθε­τικüτητα. Σκανδαλßζεται επßσης ο κ. Γ. με Κανüνες «που απαιτοýν την αποχÞ απü τη συζυγικÞ σχÝση πριν και μετÜ τη θεßα κοινωνßα. Áρνοýν­ται την ιερωσýνη σε üποιον υπÝστη στη παιδικÞ του ηλικßα βιασμü. Την αρνοýνται και σε üποιον εßχε σχÝ­ση ερωτικÞ εξþγαμη, Ýστω κι αν Ýζησε μετÜνοια, που τον οδÞγησε σε χÜρισμα θαυμÜτων, ακüμα και ανÜστασης νεκρþν» (σ. 116). Ο χαρακτηρισμüς μÜλιστα ορισμÝνων κανüνων για «τον παρÜλογα στυ­γνü ηθικισμü τους» (σ. 211) μας αφÞνει Üναυδους: πως μπορεß Ýνα, υποτßθεται μÝλος της ορθüδοξης Εκκλησßας, να εκφρÜζει τüσο Ýν­τονα τον αποτροπιασμü του για τους Ιεροýς Κανüνες, που η ßδια η Εκκλησßα θÝσπισε κι Ýχουν οικου­μενικü κýρος;
Οι Ιεροß Κανüνες «βοηθοýν τον Üνθρωπο της πτþσεως να μÝνει σε ενüτητα και αρμονικÞ σχÝση με τους αδελφοýς του στην Εκκλησßα, δεν τον στεροýν απü την ελευθερßα του, αλλÜ τον βοηθοýν να την βιþ­σει. Υποδεικνýουν στον πιστü τα üρια της Εκκλησßας, εκτüς των οποßων υπÜρχει το χÜος. Ρυθμßζουν τις μεταξý των διαφüρων χαρισματοýχων λειτουργþν και τÜξεων αυ­τÞς σχÝσεις, þστε πÜντες να εργÜ­ζονται αρμονικÜ δια την αýξηση του ενüς σþματος του Χριστοý» (Áρχιμ. Γεωργ. ΚαψÜνη, Η ποιμαντικÞ δια­κονßα κατÜ τους Ιεροýς Κανüνας, εκδ. ¶θως, Πειραιεýς 1976, σελ. 74, 75, σε ελεýθερη απüδοση). Τα διÜ­φορα επιτßμια Ýχουν θεραπευτικü χαρακτÞρα για τον πληγωμÝνο απü την αμαρτßα Üνθρωπο, üπως τα υπο­στηρßγματα που τßθενται στα νεαρÜ φυτÜ για Ýνα χρονικü διÜστημα, þσπου να δÝσει το δÝνδρο και να μπορεß να σταθεß üρθιο απü μüνο του. Εναπüκειται στους διακριτι­κοýς πνευματικοýς το πως θα τα χρησιμοποιÞσουν, λαμβÜνοντας σε κÜθε περßπτωση υπ' üψη τους τα ιδι­αßτερα χαρακτηριστικÜ των διαφü­ρων προσþπων (εξατομικευμÝνη ποιμαντικÞ). Áκραßες περιπτþσεις ελαχßστων αδιÜκριτων πνευματικþν δεν μπορεß να λαμβÜνονται ως κα­νüνας, που χαρακτηρßζει το σýνολο.

Áμφισβητεßται η ΙερÜ ΠαρÜδο­ση. Ο κ. Γ. θεωρεß üτι η Ι. ΠαρÜδο­ση αντικειμενοποιεßται «σαν δεý­τερη (μαζß με την Áγßα ΓραφÞ) πη­γÞ "αλαθÞτου"» (σ. 90). Θεωρεß üτι «η ειδωλοποßηση του παρελθüντος ορßζει τη μüνη "ορθÞ δüξα", την ορθοδοξßα. Οι γνÞσιοι Ορθüδοξοι εßναι αξιüμισθοι "υπερασπιστÝς", "φýλακες", "φρουροß" της ΠαρÜ­δοσης». Και καταλÞγει: «¸τσι, üσο θρησκειοποιεßται βαθμιαßα το εκ­κλησιαστικü γεγονüς, επιβÜλλεται και θεσμικÜ η ΠαρÜδοση σαν πηγÞ της χριστιανικÞς αλÞθειας και πß­στης» (σ. 172). Η προτροπÞ του Áποστüλου Παýλου «στÞκετε και κρατεßτε τας παραδüσεις, ας εδιδÜχθητε εßτε δια λüγου εßτε δι' επι­στολÞς ημþν» (Β' Θεσ. β', 15) με την οποßα η Ι. ΠαρÜδοση χαρακτη­ρßζεται ως ισüκυρος και ισοστÜσιος προς την Áγ. ΓραφÞ πηγÞ της χρι­στιανικÞς πßστεως δεν φαßνεται να συγκινεß τον κ. Γ.
Ο ΚαθηγητÞς κ. Νικ. Μητσüπουλος θÝτει τα πρÜγματα στη σωστÞ τους βÜση: «Η ΙερÜ παρÜδοσις ερμηνεýει και συμπληρþνει την Áγßαν ΓραφÞν. Ο ερμηνευτικüς χαρακτÞρ της ΙερÜς Παραδüσεως συνßσταται εις την επεξÞγησιν των δυσχερþν χωρßων της Áγßας ΓραφÞς και γε­νικþς την προσφορÜν εις τους πι­στοýς - μÝλη της Εκκλησßας του αναγκαßου φωτüς προς διακρßβωσιν και κατανüησιν του περιεχομÝ­νου της Áγßας ΓραφÞς» (ΘÝματα Ορθοδüξου ΔογματικÞς Θεολο­γßας, σελ. 30, ÁθÞνα 1984).
Ο κ. Γ. χαρακτηρßζει —üπως και Üλλοι— την αγÜπη και εμμονÞ των πιστþν στην παρÜδοση ως φονταμενταλισμü, προσδßδοντας μειωτικοýς χαρακτηρισμοýς σε κληρικοýς και λαúκοýς. ΕπιτÝλους, μÝσα στην Εκκλησßα μας δεν κÜνουμε ü,τι μας κατÝβη. ΥπÜρχουν üρια τα οποßα Ýθεσαν οι ΠατÝρες μας, üρια σεβα­στÜ και απαρασÜλευτα. Η περßεργη εμμονÞ μερικþν στον αρχÝγονο χρι­στιανισμü και η παρÜλληλη ακýρωση της πατερικÞς παραδüσεως θυμßζει Προτεσταντισμü. Για εμÜς πρüτυπα βßου και διδαχÞς εßναι οι θεοφüροι ΠατÝρες της Εκκλησßας μας, üχι «οι μεγÜλοι επιστÞμονες του προτεστα­ντικοý χþρου»(!) τους οποßους εκθειÜζει ο κ. Γ. (σ. 137). Σýμφωνα με τον πατρολüγο καθηγητÞ κ. Στυλ. Παπαδüπουλο: «Οι ΠατÝρες δημιοýργησαν ως εμπνευσμÝνοι διαμορ­φωτÝς τη θεολογßα, το φρüνημα και το Þθος της Εκκλησßας και του Χρι­στιανισμοý» (Πατρολογßα Á, σελ. 69, Ýκδ. Β', ÁθÞνα 1982).

Οι ΠατÝρες της Εκκλησßας βρß­σκονται διαρκþς στο στüχαστρο του κ. Γ.: «Το "κριτÞριον αληθεßας" εßναι αντικειμενοποιημÝνο: εßναι τα κεßμενα των ΠατÝρων, κÜθε παραμι­κρÞ φρÜση απü αυτÜ τα κεßμενα, Ýστω και αποσπασμÝνη απü το νοη­ματικü της πλαßσιο. Εßναι το λει­τουργικü τυπικü ακριβþς üπως το συγκρüτησαν οι ΠατÝρες. Εßναι οι Κανüνες που συνÝταξαν οι ΠατÝ­ρες....» (σ. 267). Παντοý χýνεται το δηλητÞριο, η ρετσινιÜ, η αμφισβÞτηση. Σαν την σουπιÜ, που χýνει το μελÜνι και θολþνει το νερü. ¼λα μια θολοýρα, Ýνα μπÝρδεμα. ¶ρα το μüνο κριτÞριο αληθεßας που απομÝ­νει—αφοý Ýχουμε γκρεμßσει üλα τα Üλλα— εßναι το κριτÞριο του κ. Γ.
Tα πατερικÜ κεßμενα Ýχουν για μας μεγßστη αξßα και δεν τα απομο­νþνουμε απü τους δημιουργοýς τους, τους ΠατÝρες και ΔιδασκÜ­λους της Εκκλησßας μας. Εν προ­κειμÝνω εßναι πολý διαφωτιστικÜ και üσα μας λÝγει ο καθηγητÞς κ. Στυλ. Παπαδüπουλος: «ΠατÞρ και ΔιδÜσκαλος της Εκκλησßας εßναι ο φορÝας της Παραδüσεως και του Þθους της Εκκλησßας, που εξ αφορ­μÞς μεγÜλης ΘεολογικÞς κρßσεως φωτßζεται απü το Üγιο Πνεýμα και εκφρÜζει θεολογικÜ ευρýτερη εμ­πειρßα της αληθεßας, με αποτÝλε­σμα να συμβÜλει αποφασιστικÜ στην αντιμετþπιση της κρßσεως, η οποßα αφορÜ στην αλÞθεια και Üρα στη σωτηρßα» (Ýνθ. ανωτ. σελ. 77).

Áντικληρικü πνεýμα. Áπü την «κρισÜρα» του κ. Γ. περνοýν üλοι οι κληρικοß, επßσκοποι και πρεσβýτε­ροι, πνευματικοß και μοναχοß. Οι επßσκοποι στην πρþτη γραμμÞ: «Η "αρχιερατικÞ" συμπεριφορÜ του επισκüπου διαστρÝφει την ευχαρι­στιακÞ πραγματικüτητα του εκκλη­σιαστικοý γεγονüτος σε θρησκευ­τικü θÝαμα και ακρüαμα, συναισθη­ματικÜ καταναλþσιμη ατομικÞ ικα­νοποßηση Üσχετη με την αλλαγÞ του τρüπου της υπÜρξεως» (σ. 166). ΠÜλι το ßδιο μοτßβο. Áπολυτοποιοýνται μεμονωμÝνα παραδεßγματα και τακτικÝς και κατηγοροýνται συλλÞβδην üλοι οι επßσκοποι. ΟρισμÝνες φορÝς φτÜνει σε εξωφρενι­κÝς παρερμηνεßες: (ο επßσκοπος) «πολυχρονßζεται κατÜ κüρον απü τους χοροýς των ψαλτþν (με την αυτοκρατορικÞ επευφημßα: "εις πολλÜ Ýτη δÝσποτα") και θυμιÜζε­ται ως ειδωλικü ξüανο απü τους δια­κüνους» (σ. 164,165). ¼πως ξÝρου­με, ο επßσκοπος εßναι «εις τýπον και τüπον Χριστοý», επομÝνως, κÜθε τιμÞ, που αποδßδεται εις αυτüν δεν αναφÝρεται στο συγκεκριμÝνο πρüσωπο, αλλÜ «επß το πρωτüτυπον διαβαßνει», δηλαδÞ στον Δεσπüτη Χριστü. ¶ρα η Ýκφραση «ειδωλικü ξüανο» εßναι, το λιγüτερο, που μποροýμε να ποýμε, ατυχÞς.
Τον ενοχλοýν οι βαρýτιμες στο­λÝς των αρχιερÝων, που μοιÜζουν με αυτÝς «βυζαντινþν αυτοκρατü­ρων Þ μεσαιωνικþν βασιλÝων». Πα­ρατηρεß (στους επισκüπους): «χρυ­σÜ σκÞπτρα, πεποικιλμÝνες με πο­λýτιμους λßθους μÞτρες και τιÜρες, χρυσοσμÜλτινα εγκüλπια και επι­στÞθιους σταυροýς, ηγεμονικοýς μανδýες με μακρÜ σερνüμενη ου­ραßα κατÜληξη, μεταβÜλλουν τους λειτουργοýς σε εξωπραγματικÝς φιγοýρες Üλλοτε πανσθενþν ηγε­μüνων...» ( σ.136). Η περιγραφÞ γαργαλιστικÞ. Ο στüχος στα εξω­τερικÜ σχÞματα. ΠροσωπικÜ, λßγο με απασχολεß η μακριÜ ουρÜ του αρχιερατικοý μανδýα. Εκεßνο που απαιτþ και περιμÝνω απü τον κÜθε επßσκοπο εßναι να ορθοτομεß τον λüγο της αληθεßας, να μη κÜνει εκπτþσεις στην ορθüδοξη πßστη, να μη συμπλÝει με τους ισχυροýς της γης, να εßναι στο πλευρü των αδικημÝνων, να μη κÜνει επιλεκτι­κÞ κριτικÞ των κακþς κειμÝνων, να εßναι ταπεινüς εσωτερικÜ.
Áς μη μας διαφεýγει üτι οι επß­σκοποß μας, üπως μας διδÜσκει ο Ιε­ρüς Χρυσüστομος, βρßσκονται στην πρþτη γραμμÞ της μÜχης και φροντßζουν για τις υποθÝσεις üλων μας. «Ο διÜβολος εξοπλßζεται εν­αντßον τους σφοδρüτερα. Γιατß και στους πολÝμους πριν απ' üλους τους Üλλους επιχειρεß ο εχθρüς να καταβÜλει τον στρατηγü» (Ε.Π.Ε. 23, 80). ¼λοι θυμüμαστε τους τηλε­οπτικοýς εισαγγελεßς, που πριν λß­γο καιρü Ýβαλαν κατÜ των επισκü­πων με δÞθεν σκοπü τους την κÜ­θαρση. Η ζημιÜ που προξÝνησαν στις ψυχÝς των πιστþν Þταν τερÜ­στια, üπως üλοι μας το Ýχουμε δια­πιστþσει. Οι δημοσιογρÜφοι συνει­δητÜ Þ ασυνεßδητα χτýπησαν üχι τα πρüσωπα, αλλÜ τον θεσμü. ΕπομÝνως, οποιαδÞποτε κριτικÞ, που δεν την χαρακτηρßζει η αγωνßα και ο πüνος για την Εκκλησßα του Χριστοý, καταντÜ επιζÞμια και δßνει εýκολη τροφÞ στα στüματα των πÜσης φý­σεως αιρετικþν, που καραδοκοýν.

Τον ενοχλεß τον κ. Γ. και η εξωτε­ρικÞ περιβολÞ του κληρικοý, η «Üθι­κτη τριχοφυßα», «το περσικü αντερß», «ο φαρδομÜνικος τουρκικüς τσουμπÝς», που τα βλÝπει να «λει­τουργοýν ως στολÞ εξουσιαστικοý λειτουργÞματος», üτι Ýχουν χÜσει τον αρχετυπικü τους συμβολισμü της αφιÝρωσης και αποτελοýν συ­ντÞρηση ενüς νεκροý τýπου «που καλýπτει ανÜγκες Üλλες, ψυχολογι­κÝς, ορμÝμφυτες» (σ. 180,181). Á­κολουθεß προφανþς ο κ. Γ. τη γραμ­μÞ νεωτεριστþν κληρικþν, που θα Þθελαν τον κληρικü "γαμπρü ευρω­παúκοý τýπου", που θα παντρεýεται για δεýτερη φορÜ, αν χηρÝψει Þ πÜ­ρει διαζýγιο, με üλα "τα αξεσουÜρ" ενüς υποψÞφιου γαμπροý.
Το δογματικü υπüβαθρο μας το παρÝχει ο κ. Γ.: «Η απαγüρευση δευτÝρου γÜμου σε κληρικοýς που χÞρεψαν αποτελεß προκλητικü δεß­γμα δαιμονοποßησης της σεξουαλι­κüτητας μÝσα στις "ορθüδοξες" εκκλησßες», (σ. 201, 202). Την πλÝ­ον αποστομωτικÞ απÜντηση στον κ. Γ. την δßνει ο Áρχιμ. π. ΣαρÜντης ΣαρÜντος, τüσο με την αρθρογρα­φßα του επß του θÝματος, üσο και με τη μαρτυρικÞ ζωÞ του.
¼σον αφορÜ στο θÝμα της ενδυ­μασßας των κληρικþν, θÝμα που κα­τÜ καιροýς ανακινοýν ορισμÝνοι «γνωστοß Üγνωστοι», οι οποßοι θÝλουν με το στανιü να μας απογυ­μνþσουν απü το ορθüδοξο μαρτυ­ρικü ρÜσο μας, θα Þθελα να υπεν­θυμßσω στον κ. Γ. τα λüγια του αγ. Νεκταρßου στον νεαρü τüτε ¶γγελο Νησιþτη, üταν προσÞλθε να φοι­τÞσει στην ΡιζÜρειο ΣχολÞ: «Σε εξορκßζω εις τον ΡιζÜρην, τα ρÜσα που θα φορÝσης εδþ, δεν θα τα βγÜλης εις üλην σου την ζωÞν». Áκüμα και ο Φþτης Κüντογλου, που τον αναφÝρει ο κ. Γ. με θαυμασμü στο βιβλßο του, εßχε γρÜψει χαρα­κτηριστικÜ: ¼ποτε τυχαßνει να συναπαντÞσω κανÝνα παπÜ...στÝκουμαι και τον θαυμÜζω για τη μεγαλοπρÝπειÜ του, για το επιβÜλλον και μαζß για τη σεμνüτητα που Ýχει η üψη του, και για την εμπιστοσýνη που δßνει το παρουσιαστικü και η αμφßεσÞ του. Ιερü πρüσωπο!... Áς ρωτÞσουνε τους ξενητεμÝνους ¸λληνες τι χαρÜ και τι κατÜνυξη νιþθουνε üταν αντικρßσουν, στις χþρες που ζουν, κÜποιο ιερÝα μας με γÝνεια και με ρÜσο». Áπü προ­σωπικÞ μου εμπειρßα θα Þθελα να αναφÝρω τον θαυμασμü που δεß­χνουν τα μικρÜ παιδιÜ üταν αντι­κρßσουν κÜποιον ιερÝα με γÝνεια, ρÜσο και καλυμμαýχι: «ΜαμÜ, ο Χριστοýλης», αναφωνοýν με την παι­δικÞ τους απλüτητα. «Εκ στüματος νηπßων» διδασκüμαστε τον αναγω­γικü χαρακτÞρα των συμβüλων: ο ιερÝας με την üλη του περιβολÞ και διαγωγÞ ανÜγει τους πιστοýς επß το πρωτüτυπον, τον ßδιο τον Χριστü.
Γι’ αυτü και δÝκα οκτþ πρεσβυ­τÝρες, αποφασισμÝνες για üλα, δη­λþνουν επιγραμματικÜ: «Εμεßς, συστοιχοýσες στους ιερεßς συζý­γους μας, επ’ ουδενß θα θÝλαμε να αφαιρÝσουν Ýστω και Ýνα απü üσα συναποτελοýν την ιερατικÞ τους αμφßεση, ακüμη κι αν υποστοýμε διþξεις και ταλαιπωρßες» (Για περισσüτερα δες: «Το ρÜσο του ιερÝ­ως και η σημασßα του», κεßμενο υπογεγραμμÝνο απü δÝκα οκτþ πρεσβυτÝρες, Περ. «Θεοδρομßα», ΙανουÜριος - ΣεπτÝμβριος 2002, τεýχη 1-3, σελ. 308-313).
Τον ενοχλεß τον κ. Γ., που ορισμÝ­νοι «ειδωλοποιοýν» —πÜντα κατ’ αυτüν—την ΠαρÜδοση, που βασανß­ζονται (κλÞρος και λαüς) απü την εμμονÞ τους σε λεπτομÝρειες, που σε «ορθüδοξα περιβÜλλοντα» οι λε­πτομÝρειες αυτÝς «λειτουργοýν ως κανονιστικÞ απαßτηση "γνησιüτη­τας", αφορμÞ για την Üσκηση ελÝγ­χου Þ τρομοκρατßας των πολλþν απü κÜποιους σαβοναρολικοýς υπε­ρασπιστÝς της "παρÜδοσης"» (σ. 180). Δεν ξÝρω ποιους υπονοεß με αυτοýς τους κολακευτικοýς χαρα­κτηρισμοýς ο κ. Γ, αλλÜ μου κÜνει εντýπωση πως αυτüς ο υπερασπι­στÞς της σκÝψεως και του κριτικοý λüγου, δεν αναγνωρßζει το δικαßωμα Ýκφρασης και ασκÞσεως ελÝγχου σε μια δημοκρατικÞ Εκκλησßα, üπως εßναι η Ορθüδοξη. Ευτυχþς, η στυγνÞ απολυταρχßα χαρακτηρßζει Üλλα θρησκευτικÜ περιβÜλλοντα, üχι üμως και τον ορθüδοξο χþρο.
¼σο για αυτü το: «τρομοκρατßα των πολλþν» μου θυμßζει ορολογßα απü τον χþρο της πολιτικÞς και κα­λü θα Þταν να μας πει ποιοι τρομο­κρατοýν και ποιους. Áν εννοεß οι οποιοσδÞποτε μπορεß να λÝει οτιδÞ­ποτε, χωρßς δημüσιο Ýλεγχο, τüτε θα πρÝπει να αλλÜξει τον τßτλο της ραδιοφωνικÞς εκπομπÞς του απü: «ÁσκÞσεις κριτικÞς σκÝψης» σε: «ÁσκÞσεις ελεγχüμενης σκÝψης».

ΕμμονÞ στη σεξουαλικüτητα. Το θÝμα «σεξουαλικüτητα» καλýπτει Ýνα μεγÜλο μÝρος του βιβλßου του κ. Γ. Το ανÜγει σε θÝμα υψßστης ση­μασßας. Μας ομιλεß για «γενιÝς ολü­κληρες παγιδευμÝνες αθÝλητα στον βασανισμü του νομικισμοý, στην αναπηρßα του ανÝραστου βß­ου», για «γενιÝς που ταýτισαν τον ερþτα με τον τρüμο της αμαρτßας, την αρετÞ με την απÝχθεια για το ßδιο τους το σþμα,...» (σ. 117, 118). Áφιερþνει ολüκληρο κεφÜλαιο με τßτλο: «Δαιμονοποßηση της σεξου­αλικüτητας». ΚÜνει στατιστικÝς και οι μετρÞσεις του δεßχνουν: «μεγÜ­λο αριθμü εγγÜμων ορθοδüξων Χριστιανþν που, ενþ θÝλουν και α­γωνßζονται να ζÞσουν με τον τρüπο της εκκλησιαστικÞς Üθλησης, βα­σανßζονται σαδιστικÜ και απÜνθρω­πα απü "ποιμÝνες" εξομολüγους συνεπεßς στη δαιμονοποßηση της σεξουαλικüτητας» (σ. 197, 198). Στη συνÝχεια, μας λÝει üτι αυτοß οι ποιμÝνες - εξομολüγοι, που φορ­τþνουν εκβιαστικÜ τον ψυχισμü των εξομολογουμÝνων με «τρομα­κτικÝς ενοχÝς», επιδßδονται σε ερωτÞσεις του τýπου: «Πüσα χρü­νια διαρκεß ο γÜμος σας και ποσÜ παιδιÜ Ýχει αποφÝρει»(!). Και κατα­λÞγει: «οι "Ýνοχοι" αποκλεßονται απü την εκκλησιαστικÞ μετοχÞ στο εκκλησιαστικü σþμα» (σ. 198). Φαß­νεται üτι ο κ. Γ, διαθÝτει εκπληκτι­κÝς ικανüτητες εκκλησιαστικοý ντεντÝκτιβ, που παρακολουθεß και καταγρÜφει τις «απüρρητες εξομολογÞσεις» μεγÜλου αριθμοý εγ­γÜμων ορθοδüξων χριστιανþν. Δη­λαδÞ Ýχουμε να κÜνουμε με Ýναν σýγχρονο Καλβßνο, που ενδιαφÝ­ρεται για την απενεχοποßηση μεγÜ­λου αριθμοý εγγÜμων απü «σεξου­αλικÝς δαιμονοποιÞσεις».
Η σεξουαλικüτητα που τüσο «απολυτοποιεß» ο κ. Γ. εßναι φαινü­μενο, σýμφωνα με τον ιερü Χρυσü­στομο, μεταπτωτικü. «Ο ÁδÜμ και η Εýα, εÜν απü τη αρχÞ υπÞκουον, εÜν Ýδειχναν εγκρÜτεια δια την ηδονÞν του ξýλου, δεν θα αδυνα­τοýσε ο Θεüς να εýρη οδüν δια της οποßας θα ηýξανε το ανθρþπινον γÝνος» (Ε.Π.Ε. 29, 494 - 495). Δεν θα αναφερθοýμε Üλλο στις περß «σεξουαλικüτητας» θεωρßες του κ. Γ. γιατß το θÝμα αγγßζει τα üρια του κωμικοý.

Áμφισβητεß ακüμα και την θεοπνευστßα της Áγßας ΓραφÞς. ΓρÜφει σχετικÜ: «(Το Üτομο που θρησκειοποιεß το εκκλησιαστικü γεγονüς) επι­νοεß μια αντικειμενικÜ αλÜθητη πη­γÞ, της αλÞθειας, δηλαδÞ της εγκυ­ρüτητας των διατυπþσεων: Η εγκυ­ρüτητα αντικειμενοποιεßται στην "πηγÞ", δηλαδÞ σε συγκεκριμÝνο εßδωλο, σε ιερü ταμποý, üπως σε üλες τις πρωτüγονες θρησκεßες, "ΠηγÞ" της αλÞθειας αναδεßχνεται Ýνα γραπτü κεßμενο, η Áγßα ΓραφÞ: ΠαλαιÜ και ΚαινÞ ΔιαθÞκη. Η εγκυ­ρüτητÜ της θεωρεßται αναμφισβÞτητη (πρüκειται για "αλÜθητο" κεß­μενο), επειδÞ συντÜχθηκε με üρους θεοπνευστßας» (σ. 87, 88). Τι να ποý­με. ΜÝνουμε Üναυδοι σε μια τÝτοια αντορθüδοξη θεþρηση. Áπλþς υπενθυμßζουμε τα αυτονüητα. Η ßδια η Áγßα ΓραφÞ μας διδÜσκει την θεοπνευστßα ως ουσιαστικü γνþρι­σμÜ της με δýο κλασικÜ χωρßα: α) «ΠÜσα γραφÞ θεüπνευστος και ωφÝλιμος προς διδασκαλßαν... (Β' Τιμ. γ', 16) και β) «Ου γαρ θελÞματι ανθρþπου ηνÝχθη ποτÝ προφητεßα, αλλ' υπü Πνεýματος αγßου φερüμε­νοι ελÜλησαν Üγιοι απü Θεοý Üνθρωποι» (Β' ΠÝτρ. α', 21).
Ο αεßμνηστος καινοδιαθηκολüγος καθηγητÞς Ιω. Παναγüπουλος, ο οποßος διακρινüταν για τη σοβα­ρüτητα, το Þθος και την επιστημο­νικÞ του κατÜρτιση, μας λÝει χαρα­κτηριστικÜ: «Ο üρος θεοπνευστßα διακρßνει συνεπþς ριζικÜ την Áγßα ΓραφÞ απü κÜθε Üλλο γραπτü κεß­μενο της ανθρþπινης ιστορßας». Ο ßδιος μας οριοθετεß την πατερικÞ παρÜδοση επß του θÝματος: «ΚατÜ κανüνα τον θεßο λüγο των ι. συγ­γραφÝων τον αποδßδουν (οι ΠατÝ­ρες) στην Ýλλαμψη Þ την "αφÞ" του αγ. Πνεýματος, το οποßο επιδημεß σ' αυτοýς, στο βαθμü που Þταν γι' αυτοýς χρÞσιμο, καθιστÜ τον νου τους διορατικþτερο καθþς επßσης την ψυχÞ και το σþμα τους λαμ­πρüτερα. Η θεοπνευστßα δηλ. δεν αφορÜ μüνο την νοητικÞ λειτουρ­γßα του ιεροý συγγραφÝα, αλλÜ ολüκληρη την ýπαρξÞ του. Εßναι γεγονüς "επισκοπÞς Θεοý", χριστοφÜνειας Þ επιδημßας του Πνεý­ματος, η οποßα ανυψþνει τις αν­θρþπινες βιολογικÝς λειτουργßες σε ανþτερο επßπεδο και αγιÜζει ολüκληρο τον Üνθρωπο. Συνεπþς η θεοπνευστßα δεν εßναι πρüσκαιρη κατÜσταση, αλλÜ μüνιμη, ζωτικÞ σχÝση με τον προσωπικü τριαδικü Θεü» (ΕισαγωγÞ στην ΚαινÞ ΔιαθÞ­κη, σελ. 440, 441, ÁθÞνα 1995).

Δεν την γλιτþνει οýτε η Φιλοκαλßα των Ιερþν Νηπτικþν ΠατÝρων. Θεωρεß ο κ. Γ. üτι τα κεßμενα της Φιλοκαλßας «ανταποκρßνονται στον θρησκευτικü ατομοκεντρισμü του Ορθοδοξισμοý». Βρßσκει üτι η αν­θολüγηση των κειμÝνων αυτþν στüχευε σε μια ατομοκεντρικÞ προοπτικÞ. Σε Üλλο σημεßο φτÜνει στη "φωτισμÝνη" διαπßστωση: «Η μετοχÞ στο εκκλησιαστικü γεγονüς (στο ευχαριστιακü σþμα που πραγ­ματοποιεß δυναμικÜ τον Τριαδικü τρüπο της υπÜρξεως) αγνοεßται εντελþς στις σελßδες της Φιλοκαλßας, δεν υπÜρχει οýτε υπαινιγμüς üτι εßναι αυτÞ η μετοχÞ, που συνι­στÜ την ευαγγελικÞ σωτηρßα». Προ­χωρεß μÜλιστα και σε τολμηρüτερες διαπιστþσεις: «Ο στüχος - τρüπος της φιλοκαλικÞς θεωρßας και πρα­κτικÞς εμφανßζεται καθαρÜ ατομοκεντρικüς: «Áν ο νους κατÝλθει στην καρδßα, με την επßμονη ατομι­κÞ (ψυχοσωματικÞ) γυμναστικÞ της Üσκησης, ο Üνθρωπος Ýχει σωθεß— δεν χρειÜζεται τßποτε Üλλο» (σ. 299, 300). Η Üσκηση στην ορθüδοξη πα­ρÜδοση δεν εßναι αυτοσκοπüς. ΚÝν­τρο και σκοπüς üλων των ενερ­γειþν του ανθρþπου εßναι η κοινω­νßα μετÜ του Ιησοý Χριστοý, η εßσοδος του ανθρþπου εις την Ευλογη­μÝνη Βασιλεßα του Πατρüς και του Υιοý και του Áγßου Πνεýματος.
Η εßσοδος üμως αυτÞ δεν γßνε­ται Üνευ κüπου και Ýντονης προ­σπÜθειας. Ο Κýριüς μας μας το Ýχει πει: «Η βασιλεßα του Θεοý βιÜ­ζεται και βιασταß αρπÜζουσιν αυ­τÞν» (απüδοση υπü Παν. ΤρεμπÝλα: κερδßζεται δια της βßας και ε­κεßνοι που μεταχειρßζονται σπουδÞν και βßαν επß του εαυτοý των την αρπÜζουν γρÞγορα...) (Ματθ. ια', 12). ΕπομÝνως, και η κατ' ιδßαν προσευχÞ και η νηστεßα, η συγχþ­ρηση των αδελφþν μας και η αμνησικακßα καθþς και η σωματικÞ Ü­σκηση αποβλÝπουν σ' αυτÞν την "βßα", που αφορÜ, üπως και να το κÜνουμε, στον καθÝνα Üνθρωπο χωριστÜ, δßχως κατ' ανÜγκη αυτü να δηλþνει ατομοκεντρισμü.
Η συμμετοχÞ του σþματος δεν αποτελεß "γυμναστικÞ της Üσκη­σης", üπως αφ' υψηλοý την κριτικÜ­ρει ο κ. Γ. Οι μετÜνοιες π.χ. κρýβουν Ýνα βαθýτερο νüημα. ΛÝγονται με ταυτüχρονη επßκληση του ονüμα­τος του Χριστοý, üπως μας διδÜ­σκει ο üσιος Θεüληπτος Φιλαδελ­φεßας στη Φιλοκαλßα: «Κλßσεις γονÜτων μη παραιτοý· εκ μεν γαρ του γüνυ κλßνειν η πτþσις της αμαρτßας εικονßζεται, Ýμφασιν εξαγορεýσεως παρεχομÝνη· (=και γßνεται Ýνα εßδος εξομολογÞσεως) εκ δε του ανßστασθαι η μετÜνοια υποσημαßνεται, (=ενþ με την ανüρθωση υπο­δηλþνεται η μετÜνοια), επαγγελßαν βßου του κατ' αρετÞν αινιττομÝνη· (=και συμβολßζεται η υπüσχεση για ενÜρετο βßο) εκÜστη δε γονυκλισßα τελεßσθω μετÜ της νοερÜς του Χρι­στοý επικλÞσεως· ßνα ψυχÞ και σþ­ματι προσπßπτων τω Κυρßω, τον των ψυχþν και σωμÜτων Θεüν ευδιÜλλακτον απεργÜση» (Φιλοκαλßα, τ. Δ', σ. 11, Ýκδ. ÁστÝρος).
Ο μακαριστüς ΓÝροντας Σωφρüνιος, ο σýγχρονος αυτüς ιερüς πα­τÞρ, —ο οποßος μας Üφησε εκπλη­κτικÝς εμπειρßες, απüρροια της συμμετοχÞς του στο "ευχαριστια­κü γεγονüς— συνδÝει την επßκλη­ση του ονüματος του Χριστοý — την ατομοκεντρικοý χαρακτÞρος κατÜ τον κ. Γ— μετÜ της Θεßας Λειτουργßας σε μια αδιÜρρηκτη σχÝση: «Ενθυμοýμαι üτι η επßκλησις του Ονüματος του Ιησοý Χριστοý συνωδεýετο μετÜ της αορÜτου ελεýσεως Áυτοý του Ιδßου· απü της στιγμÞς δε εκεßνης το θαυμαστüν τοýτο ¼νομα, αλλÜ και τα Üλλα ονüματα του Θεοý, Ýτι πλεßον Þ πρüτερον απÝβησαν δι' εμÝ αγωγοß ενþσεως μετ' Áυτοý. Κατ' εκεßνον τον καιρüν Þμην Þδη ιερεýς. Η τÝλεσις της Θεßας Λειτουργßας Ýλαβεν ωσαýτως Üλλον χαρακτÞρα: Ητο ουχß μüνον πρÜξις ευλαβεßας, καθαρÜς εξ αμφιβολιþν πßστεως, αλλÜ δι' üλου του εßναι μου αßσθησις του Γεγονüτος της παρουσßας του Θεοý, ¼στις τελεß το μυστÞριον. Τüτε ησθÜνθην βαθÝως το νüημα και την πραγματικüτητα, Üτινα περικλεßονται εις τους λüγους του ΜεγÜλου Βασιλεßου: "Συ ει ο χαρισÜμενος ημßν ουρανßων μυστη­ρßων αποκÜλυψιν" (ευχÞ προσκο­μιδÞς). ¼ντως ο Κýριος και εις ημÜς, τους εσχÜτους πÜντων των ανθρþπων, αποκαλýπτει το μυστÞριον της ιερουργßας.» (Περß ΠροσευχÞς, σελ. 170, Ýκδ. Ι. Μ. Τιμßου Προδρüμου, ¸σσεξ Áγγλßας, 1993).

Áκολουθßα Θεßας ΜεταλÞψεως: υπηρετεß εγωτικÝς επιδιþξεις! Η
εφευρετικüτητα του κ. Γ. δεν Ýχει üρια. ΕγκλωβισμÝνος στο διπολι­κü, üπως εßπαμε, σχÞμα: θρησκευ­τικüτητα- εκκλησιαστικü γεγονüς, προχωρεß σε «διανοητικÜ ατοπÞ­ματα». ΓρÜφει: «Τα κεßμενα (ýμνοι και ευχÝς), που συγκροτοýν την Áκολουθßα της Θεßας ΜεταλÞψεως, Ýχουν üλα üσα στοιχεßα απαι­τοýνται, για να τα χαρακτηρßσουμε üτι σκοπεýουν μüνο στην εξασφÜ­λιση ατομικþν ωφελημÜτων και εγγυÞσεων. Εßναι κεßμενα, που υ­πηρετοýν εγωτικÝς αποκλειστικÜ επιδιþξεις, αμνηστεýσεις σφαλμÜ­των, εξιλασμοý, κÜθαρσης, "αγια­σμοý". Δεν υπÜρχει η παραμικρÞ νýξη, που να μας επιτρÝπει να συμ­περÜνουμε üτι τα αιτοýμενα δεν εξαντλοýνται στη δικαßωση Þ θωρÜκιση του εγþ» (σ. 133).
Η Áκολουθßα της Θεßας ΜεταλÞ­ψεως εντÜσσεται στην προετοιμα­σßα-προπαρασκευÞ του πιστοý για τη συμμετοχÞ του στο ΠοτÞριο της ΖωÞς. Την αναγκαιüτητα αυτÞς της προετοιμασßας του πιστοý μας το­νßζει ο κ. Áνδρ. Θεοδþρου, ο οποßος σε σχετικÞ εργασßα του σχολßασε και ερμÞνευσε την Áκολουθßα της Θεßας ΜεταλÞψεως: «Ο πιστüς, Ýχοντας συναßσθηση της σοβαρü­τητας του πρÜγματος (της προσ­ελεýσεως στο φοβερü μυστÞριο του Θεοý), πρÝπει να προσÝλθει üσο γßνεται πιο καθαρüς στα Áγια, για να δεχτεß μÝσα του τον Üνθρακα της φýσης του Θεοý. Με ταπεßνωση και μετÜνοια, με φüβο Θεοý και αγÜπη και με πßστη ζωντανÞ στην αλÞθεια του μυστηρßου, κυρßως, üμως, με ανεξικακßα και ειρÞνευση στη σχÝση του με τους Üλλους ανθρþπους, πρÝπει να προσÝρχε­ται στη μετÜληψη των θεßων μυστη­ρßων, για να Ýχει "Üφεσιν αμαρτιþν και ζωÞν αιþνιον". Áλλιþτικα, üταν προσÝρχεται ανÝτοιμος και απαρÜσκευος αντß ζωÞς κοινωνεß τον θÜ­νατο και την αιωνßα καταδßκη του» («Γεýσασθε και ßδετε», σελ. 7, Ýκδ. Á' 1998, Áποστ. Διακονßα). Áσφα­λþς ο κ. Áνδρ. Θεοδþρου, που α­σχολÞθηκε με την ερμηνεßα της Θ. ΜεταλÞψεως δεν διεßδε üτι «υπηρετεß εγωτικÝς επιδιþξεις». Áιþνες τþρα εκατομμýρια πιστþν προετοιμÜζονται για τη συμμετοχÞ τους στη Θεßα Ευχαριστßα διαβÜζο­ντας την Áκολουθßα της Θ. Μετα­λÞψεως, χωρßς να Ýχουν τους δι­σταγμοýς και προβληματισμοýς που εξÝφρασε ο κ. Γ. Γιατß κ. Γ. τü­σος σκεπτικισμüς; Ο π. Πορφýριος, ο χαρισματικüς αυτüς γÝροντας των ημερþν μας, τονßζει το ρüλο των ευχων της Θεßας ΜεταλÞψεως στον αγιασμü των πιστþν: «Οι λει­τουργικÝς προσευχÝς, οι οποßες φαßνονται τυπικÝς, üταν λÝγονται με νüημα και προσοχÞ, γßνονται δι­κÝς σας. Την Áκολουθßα της Θεßας ΜεταλÞψεως, üταν τη διαβÜσει και ο πιο αμαρτωλüς, αγιÜζεται πολý». Και καταλÞγει: «¸τσι γßνεται η καλ­λιÝργεια, χωρßς να το καταλαβαßνουμε. "Áναßμακτα". ΔηλαδÞ αχρη­στεýει ο Üνθρωπος τον παλαιü εαυ­τü του. Τον αχρηστεýει χωρßς πüλε­μο. Δεν τον εξοργßζει, αλλÜ τον αχρηστεýει και αναπτýσσει τον και­νü Üνθρωπο μÝσα του» (ΓÝροντος Πορφυρßου Καυσοκαλυβßτου, Βßος και Λüγοι, σελ. 341, Ýκδ. Ι. Μ. ΧρυσοπηγÞς Χανßων ΚρÞτης, 2003). Χι­λιÜδες χιλιÜδων ανθρþπων διαβÜζουν τüσους αιþνες τþρα τις ΕυχÝς της Θεßας ΜεταλÞψεως και δεν τις αμφισβÞτησε κανεßς. Μüνο ο κ. Γ. αμφιταλαντεýεται για την αξßα και το περιεχüμενü τους.

Áμφισβητεß τους φημισμÝνους χαρισματικοýς γÝροντες. Με μαε­στρßα ρßχνει το δηλητÞριο του: «Στον ιδεολογικοποιημÝνο ορθοδοξισμü, αντßθετα, παραθεωροýνται Þ περιφρονοýνται οι θεσμοß, και μετατßθεται η εμπιστοσýνη στην αξιοπιστßα και αυθεντßα ατüμων. Áν εμφανιστεß, λ.χ., μια καινοφανÞς διδασκαλßα, οι πιστοß του ορθοδοξισμοý δεν θα προσφýγουν σε συνο­δικü θεσμü που θα κρßνει, με βÜση την εμπειρßα κÜθε ευχαριστιακοý σþματος, αν πρüκειται για αßρεση. Θα προστρÝξουν σε κÜποιο φημι­σμÝνο "γÝροντα", και στο ατομικü του χÜρισμα - αυτüς θα τους προ­σφÝρει "αντικειμενικÝς" βεβαιüτη­τες ιδεολογικÜ (δηλαδÞ ψυχολογι­κÜ) εγγυημÝνες» (σ. 288). (Σημεßωση: ΚατÜ τον κ. Γ. Ορθοδοξισμüς εßναι η μετατροπÞ του εκκλησιαστικοý γεγονüτος σε ιδεολογßα).
Ο κ. Γ. χρησιμοποιεß μια ευλογοφανÞ μÝθοδο. Οχυρþνεται πßσω απü τον «συνοδικü θεσμü» —και «την εμπειρßα του ευχαριστιακοý σþματος», λες και οι χαρισματικοß γÝροντες εßναι εκτüς Εκκλησßας. ΜιλÜει δÞθεν με σεβασμü για τους εκκλησιαστικοýς θεσμοýς, τη στιγ­μÞ, που σε Üλλα σημεßα του βιβλßου του τους αμφισβητεß και τους ρß­χνει τη ρετσινιÜ της θρησκειοποιÞσης. Τß σεβασμü μπορεß να Ýχει προς τους επισκüπους, που συγ­κροτοýν μια, Ýστω, τοπικÞ σýνοδο, üταν για τους ßδιους τους επισκü­πους λÝει συλλÞβδην üτι: «προÝρ­χονται απü χαμηλü κοινωνικü και μορφωτικü περιβÜλλον» και üτι τους χαρακτηρßζει «η σεξουαλικÞ στÝρηση». «ΣτÝρηση που (συχνÜ Þ κατÜ κανüνα) δεν την επÝλεξαν επειδÞ εßχαν κλßση για βßο μοναχοý και ασκητÞ, οýτε απü πüθο για Ýν­ταξη σε κοινü Üθλημα κοινωνßας: σε μοναστικü κοινüβιο. ÁλλÜ δÝχτη­καν τη σεξουαλικÞ στÝρηση προ­γραμματικÜ ως προûπüθεση καρριÝρας: ανüδου σε εξουσιαστικÜ θρησκευτικÜ αξιþματα» (σ. 165, 166). Μπαßνει στα μýχια των καρ­διþν των επισκüπων και αποφθÝγγεται ως «χαρισματικüς γÝροντας». ΤολμÜει να τα βÜλει με αγιασμÝ­νες στη συνεßδηση «του ευχαριστιακοý σþματος» μορφÝς. Ειρωνεýε­ται τους σýγχρονους αγßους γÝρο­ντες και «χεßλεσιν αμφιλÜλοις» επι­χειρεß να πλÞξει τα «φωτüμορφα τÝκνα της Εκκλησßας» ως δÞθεν παρÝχοντες «βεβαιüτητες ψυχο­λογικÞς «φýσεως». Ο «πολýφθογγος αυτüς ρÞτωρ» θα Ýπρεπε να σιγÜ, ενþπιον των σεβαστþν αυτþν μορφþν, οι οποßοι στη συνεßδηση του πληρþματος της Εκκλησßας εßναι Üγιοι εν ουρανοßς. Η επßδρα­σÞ τους στον σýγχρονο εκκλησια­στικü βßο εßναι πλÝον εμφανÞς και αδιαμφισβÞτητη.

Στα üρια της Βλασφημßας: Το αειπÜρθενον της Θεοτüκου υποδηλþ­νει üτι η λειτουργßα της μητρüτητας συνιστÜ ακαθαρσßα. ΓρÜφει σχετι­κÜ: «¼τι η λειτουργßα της μητρüτη­τας συνιστÜ ακαθαρσßα βεβαιþνε­ται üχι μüνο με τις ευχÝς που διαβÜ­ζονται στη λεχþ, üχι μüνο με την απαγüρευση μετοχÞς στην Ευχαρι­στßα (Þ και εισüδου στο ναü) των γυ­ναικþν κατÜ την περßοδο των εμμÞ­νων. Βεβαιþνεται και στις επßμονες επαναλÞψεις της εκκλησιαστικÞς υμνολογßας üτι η Παναγßα Θεοτü­κος Ýμεινε και μετÜ τüκον ΠαρθÝ­νος, üτι εßναι αειπÜρθενος, üτι ο τü­κος (τοκετüς) ουκ ελυμÞνατο τας κλεις της ΠαρθÝνου, δεν κατÝλυσε τη σωματικÞ (ανατομικÞ) της παρθενßα» (σ. 200, 2001). Η Θεοτüκος εγÝννησε τον Κýριο üντας ΠαρθÝνος, ασπüρως, χωρßς την συμβολÞ ανδρüς, üπως προφητεýθηκε στην ΠαλαιÜ ΔιαθÞκη: «Ιδοý η ΠαρθÝνος εν γαστρß Ýξει, και τÝξεται υιüν» (Ησ. ζ´, 14) και üπως της προεμÞνυσε ο αρχÜγγελος ΓαβριÞλ: «Πνεýμα ¶γιον επελεýσεται επß σε και δýναμιν υψßστου επισκιÜσει σοι» (Λουκ. ι', 35). Οπως εýστοχα ερμηνεýει ο Üγιος ΙωÜννης ο Δαμασκηνüς: Áυτü το πνεýμα την καθÜρισε και της «παρÝσχε δýναμιν δεκτικÞν της του Λüγου θεüτητος, Üμα δε και και γεννητικÞν». (Ιω. Δαμασκηνοý, ¸κδ. ÁκριβÞς της Ορθοδüξου Πßστεως, Ε.Π.Ε. 1, 284). «Ο Υιüς του Θεοý, Υιüς της ΠαρθÝνου γßνεται», ο Κý­ριος σαρκþνεται δια της επιφοιτÞσεως του Áγßου Πνεýματος στα σπλÜγχνα της ΠαρθÝνου Μαρßας «αδιαφθüρως».
Οπως μας διδÜσκει και ο μακαρι­στüς π. Áντþνιος Áλεβιζüπουλος: «Ο Χριστüς Ýλαβε την ανθρωπßνην φýσιν και την εθερÜπευσε και Ýγινε δια τον Üνθρωπον ο "νÝος ÁδÜμ", Þ "νÝα ρßζα". "¼μως η νÝα αυτÞ ρßζα εβλÜστησεν εις τα σπλÜγχνα της ΠαρθÝνου Μαρßας». Και συνεχßζει: «(Ο Χριστüς, μüνος δεν εκληρονüμησε την αμαρτωλÞν φýσιν του ÁδÜμ. Τοýτο, διüτι δεν κατÞγετο απü εκεßνον. ΕγεννÞθη απü την ΠαρθÝνον Μαρßαν εκ Πνεýματος Áγßου. Δι' αυτüν τον λüγον πιστεýομεν üτι η ΠαρθÝνος Μαρßα Ýμεινε και κατÜ την γÝννησιν και μετÜ απü αυτÞν ΠαρθÝνος, υπÞρξε δηλαδÞ αειπÜρθενος. Τοýτο δεν αποτελεß λεπτομÝρειαν, αλλÜ βασικÞ διδα­σκαλßα της Εκκλησßας, η οποßα εξα­σφαλßζει την σωτηρßαν. Ο Χριστüς εßναι "η νÝα ρßζα", δεν εßναι δυνα­τüν να κατÜγεται απü την "παλαιÜ ρßζαν" του ÁδÜμ. Δι' αυτüν τον λüγον η Μαρßα, δια να εßναι Θεοτüκος, πρÝπει να εßναι ΠαρθÝνος» (Εφüδιον Ορθοδοξßας, σελ. 124, 126, Ýκδ. ¶ποστ. Διακονßας, 1974). ÁυτÞ εßναι η απÜντηση στο ερþτημα του κ. Γ. «τß μεγαλειωδÝστερο εξασφα­λßζει η διατÞρηση της ανατομικÞς παρθενßας της Θεοτüκου και μετÜ τον τοκετü» (σ. 201).
ΚατÜ την Γ´ ΟικουμενικÞ Σýνοδο «ομολογοýμεν την αγßαν ΠαρθÝνον Θεοτüκον δια το τον Θεüν Λüγον σαρκωθÞναι και ενανθρωπÞσαι και εξ αυτÞς της συλλÞψεως ενþσαι εαυτþ τον εξ αυτÞς ληφθÝντα ναüν». Ο καθηγητÞς κ. Νικ. Μητσüπουλος θα παρατηρÞσει: «Ομοý μετÜ του üρου "Θεοτüκος" αποδßδομεν εις την ΜητÝρα του Κυρßου και το αειπÜρθενον, ως εμμÝσως συναγüμενον εκ της υποστατικÞς ενþσε­ως (των δýο εν Χριστþ φýσεων, δηλ. της θεßας και της ανθρωπßνης)». Ο ßδιος καθηγητÞς μας αναφÝρει üτι «αρχαßοι αιρετικοß και σýγχρονοι ετερüδοξοι üχι μüνον ηρνÞθησαν και αρνοýνται την αειπαρθενßαν της Θεοτüκου, αλλÜ και επιχειροýν να στηρßξουν την κακοδοξßαν των επß χωρßων τινþν της Áγßας ΓραφÞς» (Ýνθ. ανωτ. σελ. 151,152). Ο ßδιος κα­θηγητÞς αναφÝρει τα χωρßα αυτÜ και τα αντικροýει σýμφωνα με την ορθüδοξη ερμηνευτικÞ παρÜδοση (Ýνθ. ανωτ. σελ. 153, 154). Θα ολο­κληρþσουμε το θÝμα μας με τα σο­φÜ και αποκαλυπτικÜ λüγια του αγß­ου ΙωÜννου του Δαμασκηνοý, που μας τονßζει üτι η παρθενßα της Θεοτüκου πρÝπει να νοεßται ως αειπαρθενßα: «ΜÝνει τοßνυν και μετÜ τüκον παρθÝνος η ÁειπÜρθενος ουδαμþς ανδρß μÝχρι θανÜτου προσομιλÞσασα. . . πþς γαρ αν Θεüν γεννÞσασα και εκ της των παρακολουθημÜτων πεß­ρας το θαýμα γνωρßσασα ανδρüς συνÜφειαν κατεδÝξατο· Üπαγε ου σωφρονοýντος λογισμοý τα τοιαýτα νοεßν μη üτι και πρÜττειν» (μετÜ­φραση: Πþς δηλαδÞ θα κατεδÝχετο την συνÝνωσιν με Üνδρα ενþ εγÝν­νησε τον Θεüν και εγνþριοε το θαýμα με την πεßραν των σημεßων που Ýχουν ακολουθÞσει; Μη βλασφημÞς· üχι μüνον δεν εßναι γνþρι­σμα συνετÞς σκÝψεως να σκÝπτεται τÝτοια, αλλÜ οýτε να τα κÜνει) (Ýνθ. ανωτ. σελ. 484 -487).

Áμφισβητεß τον ÁδÜμ ως ιστορικü πρüσωπο, üπως τον εμφανßζει η βßβλος και υποστηρßζουν οι ΠατÝ­ρες. ΕπομÝνως, αν κατÜ τον κ. Γ. δεν υπÞρξε ο ÁδÜμ ως ιστορικü πρüσωπο, τüτε τα περß πτþσεως των πρωτοπλÜστων, προπατορι­κοý αμαρτÞματος και συνεπειþν του στην ανθρþπινη φýση ανÜγο­νται στο χþρο του μυθικοý. ¸τσι ανατρÝπεται üλη η ορθüδοξη ανθρωπολογßα και σωτηριολογßα, εφ' üσον δεν υπÞρξε γενÜρχης του ανθρþπινου γÝνους! Τα συμπερÜσματα εßναι δικÜ σας.

Κρýβεται επιμελþς σε εκκλησιαστικÜ περιβÜλλοντα. Εßχα ακοýσει τον κ. Γ. σε ραδιοφωνικÞ εκπομπÞ της ΠειραúκÞς Εκκλησßας (ΚυριακÞ 4-2-07 και þρα 12 μεσημβρινÞ), üπου ο παρουσιαστÞς, προφανþς καταγοητευμÝνος απü το βιβλßο του, Ýκανε στον κ. Γ. ερωτÞσεις με σκοπü να το κÜνει γνωστü στο ευρýτερο εκκλησιαστικü κοινü. Ομολογþ üτι ο λüγος του κ. Γιαν­ναρÜ Þταν καταπληκτικüς και δεν ανÝφερε επιμελþς(;) κανÝνα απü τα επßμαχα σημεßα που αναπτýξαμε πιο πÜνω. Τüτε δεν εßχα διαβÜ­σει το βιβλßο του και δεν μποροýσα να υποψιαστþ αυτÜ που Ýγραφε. Áν τολμοýσε και τα Ýλεγε αυτÜ σε εκκλησιαστικü ραδιοφωνικü σταθ­μü, θα Ýσπαζε προφανþς το τηλεφωνικü κÝντρο!
Εßναι αρκετÜ τα σημεßα που δεν αναφÝραμε απü το βιβλßο του κ. Γ. και τα οποßα μας βρßσκουν κÜθετα αντßθετους.
Θα κλεßσω με Ýνα απüσπασμα απü τον γÝροντα Σωφρüνιο, πολý αποκαλυπτικü για την περßπτωσÞ μας: «Η ανθρωπßνη επιστÞμη παρÝ­χει το μÝσον διÜ την Ýκφρασιν της εμπειρßας, αλλÜ εßναι αδýνατον να μεταδþση την γνþσιν, Þτις αληθþς σþζει, Üνευ της συνεργßας της χÜ­ριτος. Η γνþσις του Θεοý εßναι γνþσις οντολογικÞ και ουχß αφηρη­μÝνη - θεωρητικÞ. ΧιλιÜδες και χι­λιÜδες επαγγελματιþν θεολüγων λαμβÜνουν τα ανþτατα πτυχßα, ενþ εν τη σφαßρα του Πνεýματος παρα­μÝνουν κατ’ ουσßαν εις βαθεßαν Üγνοιαν. Και τοýτο, διüτι δεν ζουν συμφþνως προς τας εντολÜς του Χριστοý· Ýνεκα δε τοýτου στε­ροýνται του φωτüς της θεογνωσßας. Ο Θεüς εßναι αγÜπη. Και η αγÜπη αýτη αποκτÜται δια της οδοý της μετανοßας...» (Περß Προσευ­χÞς, Ýνθ. ανωτ. σελ. 229, 230).




(ΠηγÞ: «Ορθüδοξος Τýπος» 13-20-27/4/2007 & 4/5/2007)


ΔιαβÜστε μια ακüμα κριτικÞ για το βιβλßο απü τον κ. Παναγιþτη Μποýμη, Ομüτ. ΚαθηγητÞ Πανεπιστημßου Áθηνþν, πατþντας εδþ.

 
Óõó÷åôéæüìåíïé Óýíäåóìïé
· Ðåñéóóüôåñá ãéá ÂÉÂËÉÏÊÑÉÔÉÊÅÓ
· ÍÝá alopsis


Ðéï äçìïöéëÞò åßäçóç ãéá ÂÉÂËÉÏÊÑÉÔÉÊÅÓ:
ÅíÜíôéá óôç èñçóêåßá (×ñÞóôïò ÃéáííáñÜò)


Áîéïëüãçóç Üñèñïõ
ÌÝóïò üñïò ÁîéïëïãÞóåùí: 3.23
Áñéèìüò ØÞöùí: 30


Ðáñáêáëþ áöéåñþóôå ëßãï ÷ñüíï óôçí áîéïëüãçóç ôïõ Üñèñïõ:

ÔÝëåéï
Ðïëý êáëü
Êáëü
ÌÝôñéï
Êáêü


ÅðéëïãÝò

 Åêôýðùóç áñ÷éêÞò óåëßäáò Åêôýðùóç áñ÷éêÞò óåëßäáò


Óõó÷åôéæüìåíá ÈÝìáôá

ÂÉÂËÉÏÊÑÉÔÉÊÅÓ

Ëõðïýìåèá, Ó÷üëéá äåí åßíáé äéáèÝóéìá ãéá áõôü ôï ¢ñèñï.


 

Site Meter

© 2004-2010 Η ÁΛΛΗ ΟΨΙΣ

Προτεινüμενες Ρυθμßσεις :
ÁνÜλυση οθüνης: 1024x768
Πρüγραμμα ΠλοÞγησης: Microsoft IE 5.x - 6.x


ÁíáðáñáãùãÞ Óåëßäáò: 0.15 Äåõôåñüëåðôá