ÅíÜíôéá óôç èñçóêåßá (×ñÞóôïò ÃéáííáñÜò)
alopsis |
|
ΚριτικÞ εις το βιβλßον του κ. ΧρÞστου ΓιανναρÜ «ΕνÜντια στη θρησκεßα» απü τον Πρεσβýτερο Σταýρο Τρικαλιþτη, εφημÝριο Ι. Ν. Áγ. ΠαρασκευÞς ÁττικÞς.
¸κπληξη και θλßψη Ýνιωσα καθþς διÜβαζα το τελευταßο βιβλßο του κ. ΧρÞστου ΓιανναρÜ «ΕνÜντια στη θρησκεßα» (εκδ. ºκαρος, ΔεκÝμβριος 2006). Ο κ. ΧρÞστος ΓιανναρÜς (απü εδþ και στο εξÞς κ. Γ.) εßναι γνωστüς απü το παρελθüν για τις θÝσεις του περß προγαμιαßων σχÝσεων —θÝσεις αντßθετες με τη διδασκαλßα της Εκκλησßας μας—, καθþς και με τις μειωτικÝς θÝσεις του για το πρüσωπο και το Ýργο του αγ. Νικüδημου του Áγιορεßτου, θÝσεις οι οποßες Ýχουν αντικρουσθεß δημοσßως απü Ýγκριτα πρüσωπα. Στο ως Üνω βιβλßο ο κ. Γ. θÝτει υπü αμφισβÞτηση τους πÜντες και τα πÜντα. Τα βÜζει με τους Ιεροýς Κανüνες της Εκκλησßας μας, την ΙερÜ της ΠαρÜδοση, τους ΠατÝρες της Εκκλησßας και τα πατερικÜ κεßμενα, τους ορθüδοξους κληρικοýς, την Áγßα ΓραφÞ, το πλÞρωμα της Εκκλησßας για δÞθεν δαιμονοποßηση της σεξουαλικüτητας, ακüμα και με τη Φιλοκαλßα. Ο κ. Γ. δεν διστÜζει ακüμα να εκφÝρει και θÝσεις που αγγßζουν τα üρια της βλασφημßας. ΒλÝπει üτι τα ΙερÜ ΜυστÞρια καταντοýν Ιεροπραξßες, που αντß για χÜρη μεταδßδουν Ýνα εßδος μαγικÞς ενÝργειας(!). ΣτρÝφεται κατÜ του ÁειπÜρθενου της Θεοτüκου, ομιλεß υποτιμητικÜ για τη λαúκÞ ευσÝβεια, τη θεολογικÞ γλþσσα της Εκκλησßας. Χρησιμοποιεß την Ψυχολογßα και τους επιμÝρους κλÜδους της, για να καυτηριÜσει διÜφορα «θρησκευτικÜ ψυχοπαθολογικÜ φαινüμενα» και Üλλες «εξωφρενικÝς» θÝσεις δßνοντÜς τους «επιστημονικü γιανναρικü μανδýα»(!) Ο κ. Γ. κινεßται στο διπολικü σχÞμα θρησκευτικüτητα και εκκλησιαστικü γεγονüς, τα οποßα και αντιδιαστÝλλει. Ορßζει ως θρησκευτικüτητα «καταγωγικÜ Ýμφυτη ορμÞ, ανÜγκη ενστικτþδη, γι' αυτü και εξ ορισμοý ατομοκεντρικÞ». Η θρησκευτικüτητα «αποτελεß γνþρισμα της φýσης του ανθρþπου (χαρακτηρßζει την ανθρþπινη φýση καθüλου)» και «ως Ýκφανση του ενστßκτου της αυτοσυντÞρησης, η θρησκευτικüτητα αποβλÝπει να θωρακßσει το Üτομο απÝναντι στην ανασφÜλεια και στις φοβßες που γεννÜει η Üγνοια, στον τρüμο και στον πανικü για τον θÜνατο. Θωρακßζει η θρησκεßα το Üτομο με μεταφυσικÝς "πεποιθÞσεις", με "ηθικÝς" αρχÝς, με σιγουριÜ για αιþνια παρÜταση της ýπαρξÞς του. ΤρÝφει το υπερεγþ, προσφÝρει αυτοπεποßθηση, ηδονικÞ αυταρÝσκεια, ιεροποιημενο ναρκισσισμü». Και καταλÞγει: «Το θρησκευτικü Üτομο ειδωλοποιεß την νοητικÞ του ικανüτητα, λατρεýει τις δυνατüτητες της λογικÞς». Στον αντßποδα της θρησκευτικüτητας βρßσκεται το "εκκλησιαστικü γεγονüς", «Η πρüσκληση "Ýρχου και ßδε" (Ιω. α', 48). ΔηλαδÞ Ýνα κÜλεσμα να μετÜσχει ο Üνθρωπος σε συγκεκριμÝνες σχÝσεις, σχÝσεις κοινωνßας της ζωÞς, σε κοινü Üθλημα ατομικÞς του καθενüς αυθυπÝρβασης και αυτοπροσφορÜς. Με στüχο εκεßνη τη γνþση που προκýπτει üταν αγαπÜει κανεßς» (σ. 64). Σε κÜποιο Üλλο σημεßο θα αποφανθεß: «Για τον μÝτοχο του εκκλησιαστικοý γεγονüτος δεν υπÜρχουν a priori αλÞθειες, δοξασßες νοητικÜ υποχρεωτικÝς, δεν υπÜρχουν προûποθετικÝς αρχÝς (επßσης νοητικÜ επιβαλλüμενες), κωδικÝς μÝθοδοι ερμηνεßας, νομικÜ προκαθορισμÝνες διατÜξεις συμπεριφορÜς» (σ. 68). ¼πως καταλαβαßνουμε, μια τÝτοιου εßδους "γιανναρικÞ ερμηνεßα" του εκκλησιαστικοý γεγονüτος ανοßγει τις πýλες για την κατÜργηση κÜθε εßδους φραγμþν, εßτε "δüγματα" εßναι αυτÜ, εßτε "αποφÜσεις Οικουμενικþν Συνüδων", εßτε "εντολÝς της Áγßας ΓραφÞς", εßτε "πατερικÝς παρακαταθÞκες", εßτε "επιταγÝς της ΙερÜς Παραδüσεως". ¼λα αυτÜ Ýχουν Ýνα χαρακτÞρα νομικισμοý, "θωρακßζουν το εγþ με βεβαιüτητες" και οδηγοýν σε "δογματικÞ νοησιαρχßα" (σ. 99)(!) ΚατÜ τον κ. Γ. εßναι κÜποιος "χριστιανüς" επειδÞ «μετÝχει στο εκκλησιαστικü γεγονüς ως μÝλος συγκεκριμÝνου ευχαριστιακοý σþματος» και üχι «επειδÞ ατομικÜ "πιστεýει" στα δüγματα του "Χριστιανισμοý" και στις ηθικÝς εντολÝς του —οι "χριστιανικÝς αρχÝς" εßναι ατομικÝς του πεποιθÞσεις» (σ. 100). ¼λο το βιβλßο του κ. Γ. οικοδομεßται στο αυθαßρετο σχÞμα θρησκευτικüτητα - εκκλησιαστικü γεγονüς, σχÞμα που του δßνει την δυνατüτητα να εκφÝρει Ýνα πρωτοφανÝς σýστημα ιδεþν, εντελþς ξÝνων απü την καινοδιαθηκικÞ και πατερικÞ θεολογßα και απü τη ζωÞ της Εκκλησßας. Ο κ. Γ. εßναι κÜτι μεταξý θεολογοýντος φιλοσüφου και φιλοσοφοýντος θεολüγου. Χρησιμοποιεß Ýναν θελκτικü λüγο, σε πολλÜ σημεßα κρυπτογραφικü και δßσημο και Ýχει καταφÝρει για αρκετÝς δεκαετßες να θαυμÜζεται απü πολλοýς ανθρþπους, που ανÞκουν σε "εκκλησιαστικÜ περιβÜλλοντα" αρεσκüμενα σε τÝτοιου εßδους κουλτουριÜρικες διατυπþσεις του "εκκλησιαστικοý γεγονüτος". Στον κýκλο του ανÞκουν νεωτερßζοντες κληρικοß, φιλοσοφοýντες θεολüγοι, μορφωμÝνοι Üνθρωποι με υπερβατικÝς αναζητÞσεις και "ανοικτü πνεýμα", ακüμη και νÝοι, που δυστυχþς επηρεÜζονται απü τις περß ηθικÞς απüψεις του. Στον κýκλο του δεν ανÞκουν απλοß Üνθρωποι του λαοý, που ευτυχþς γι' αυτοýς, δεν τον καταλαβαßνουν. Για να ποýμε και του στραβοý το δßκιο, κατÜ καιροýς Ýχει εκφρÜσει και πολý σωστÝς θÝσεις —üπως π.χ. στο θÝμα της ελληνικÞς γλþσσας—, που üμως ακυρþνονται και χÜνονται μÝσα απü τις απαρÜδεκτες θÝσεις που εκφρÜζει στο συγγραφικü του Ýργο. Στη συνÝχεια θα δοýμε και θα σχολιÜσουμε ορισμÝνες απαρÜδεκτες θÝσεις που αναφÝρονται στο βιβλßο του «ΚατÜ της θρησκεßας».
Οι Ι. Κανüνες της Εκκλησßας στο στüχαστρο. Ενοχλεß τον κ. Γ. η "ραγδαßα αýξηση του αριθμοý των Κανüνων που αναφÝρονται σε γενικÝς περιπτþσεις ατομικþν αμαρτημÜτων» (σ. 114). Κατηγορεß τους Κανüνες ως «Üσχετους με το ευαγγÝλιο της Εκκλησßας, σχετικοýς μÜλλον με ακρüτητες θρησκευτικοý πουριτανισμοý». Áφοý αναφερθεß ειρωνικÜ σε ορισμÝνους Üσχετους κατ' αυτüν Κανüνες, κριτικÜρει αφ' υψηλοý τους Ιεροýς Κανüνες και αποφθÝγγεται σαρκαστικÜ: «Βρßθουν οι Κανüνες απü τις πιο απßθανες διαστροφÝς, εξιδιασμÝνες επινοÞσεις ασελγημÜτων-ποικιλüτροπα εφευρÞματα κτηνοβασßας, αιμομιξßας, ομοφυλοφιλßας, αυνανισμοý. Επεκτεßνονται και σε ευρýτατο πεδßο κοινωνικþν εγκλημÜτων: τοκογλυφßας, επιορκßας, τυμβωρυχßας, κλοπÞς. Θεσμοποιοýν απαιτÞσεις Üμεμπτης κοινωνικÞς διαγωγÞς, κυρßως των κληρικþν, αντικειμενοποιοýν και εκνομßζουν προûποθÝσεις εγκυρüτητας μυστηρßων, ιδιαßτερα του γÜμου, επιμÝνουν σε λεπτομερÞ προγραμματισμü των σεξουαλικþν σχÝσεων των συζýγων» (σ. 115). Μας κÜνει ιδιαßτερη εντýπωση ο σκανδαλισμüς του για θÝματα σχετικÜ με τη σεξουαλικüτητα, üπως θα φανεß και παρακÜτω, γεγονüς που υποδηλþνει Üτομο με Ýντονα καταπιεσμÝνες τραυματικÝς εμπειρßες —üπως ο ßδιος Ýχει γραπτþς διακηρýξει—, τις οποßες δεν ξεπÝρασε και τις βγÜζει στα κεßμενÜ του με μια απροκÜλυπτη επιθετικüτητα. Σκανδαλßζεται επßσης ο κ. Γ. με Κανüνες «που απαιτοýν την αποχÞ απü τη συζυγικÞ σχÝση πριν και μετÜ τη θεßα κοινωνßα. Áρνοýνται την ιερωσýνη σε üποιον υπÝστη στη παιδικÞ του ηλικßα βιασμü. Την αρνοýνται και σε üποιον εßχε σχÝση ερωτικÞ εξþγαμη, Ýστω κι αν Ýζησε μετÜνοια, που τον οδÞγησε σε χÜρισμα θαυμÜτων, ακüμα και ανÜστασης νεκρþν» (σ. 116). Ο χαρακτηρισμüς μÜλιστα ορισμÝνων κανüνων για «τον παρÜλογα στυγνü ηθικισμü τους» (σ. 211) μας αφÞνει Üναυδους: πως μπορεß Ýνα, υποτßθεται μÝλος της ορθüδοξης Εκκλησßας, να εκφρÜζει τüσο Ýντονα τον αποτροπιασμü του για τους Ιεροýς Κανüνες, που η ßδια η Εκκλησßα θÝσπισε κι Ýχουν οικουμενικü κýρος; Οι Ιεροß Κανüνες «βοηθοýν τον Üνθρωπο της πτþσεως να μÝνει σε ενüτητα και αρμονικÞ σχÝση με τους αδελφοýς του στην Εκκλησßα, δεν τον στεροýν απü την ελευθερßα του, αλλÜ τον βοηθοýν να την βιþσει. Υποδεικνýουν στον πιστü τα üρια της Εκκλησßας, εκτüς των οποßων υπÜρχει το χÜος. Ρυθμßζουν τις μεταξý των διαφüρων χαρισματοýχων λειτουργþν και τÜξεων αυτÞς σχÝσεις, þστε πÜντες να εργÜζονται αρμονικÜ δια την αýξηση του ενüς σþματος του Χριστοý» ( Áρχιμ. Γεωργ. ΚαψÜνη, Η ποιμαντικÞ διακονßα κατÜ τους Ιεροýς Κανüνας, εκδ. ¶θως, Πειραιεýς 1976, σελ. 74, 75, σε ελεýθερη απüδοση). Τα διÜφορα επιτßμια Ýχουν θεραπευτικü χαρακτÞρα για τον πληγωμÝνο απü την αμαρτßα Üνθρωπο, üπως τα υποστηρßγματα που τßθενται στα νεαρÜ φυτÜ για Ýνα χρονικü διÜστημα, þσπου να δÝσει το δÝνδρο και να μπορεß να σταθεß üρθιο απü μüνο του. Εναπüκειται στους διακριτικοýς πνευματικοýς το πως θα τα χρησιμοποιÞσουν, λαμβÜνοντας σε κÜθε περßπτωση υπ' üψη τους τα ιδιαßτερα χαρακτηριστικÜ των διαφüρων προσþπων (εξατομικευμÝνη ποιμαντικÞ). Áκραßες περιπτþσεις ελαχßστων αδιÜκριτων πνευματικþν δεν μπορεß να λαμβÜνονται ως κανüνας, που χαρακτηρßζει το σýνολο. Áμφισβητεßται η ΙερÜ ΠαρÜδοση. Ο κ. Γ. θεωρεß üτι η Ι. ΠαρÜδοση αντικειμενοποιεßται «σαν δεýτερη (μαζß με την Áγßα ΓραφÞ) πηγÞ "αλαθÞτου"» (σ. 90). Θεωρεß üτι «η ειδωλοποßηση του παρελθüντος ορßζει τη μüνη "ορθÞ δüξα", την ορθοδοξßα. Οι γνÞσιοι Ορθüδοξοι εßναι αξιüμισθοι "υπερασπιστÝς", "φýλακες", "φρουροß" της ΠαρÜδοσης». Και καταλÞγει: «¸τσι, üσο θρησκειοποιεßται βαθμιαßα το εκκλησιαστικü γεγονüς, επιβÜλλεται και θεσμικÜ η ΠαρÜδοση σαν πηγÞ της χριστιανικÞς αλÞθειας και πßστης» (σ. 172). Η προτροπÞ του Áποστüλου Παýλου «στÞκετε και κρατεßτε τας παραδüσεις, ας εδιδÜχθητε εßτε δια λüγου εßτε δι' επιστολÞς ημþν» (Β' Θεσ. β', 15) με την οποßα η Ι. ΠαρÜδοση χαρακτηρßζεται ως ισüκυρος και ισοστÜσιος προς την Áγ. ΓραφÞ πηγÞ της χριστιανικÞς πßστεως δεν φαßνεται να συγκινεß τον κ. Γ. Ο ΚαθηγητÞς κ. Νικ. Μητσüπουλος θÝτει τα πρÜγματα στη σωστÞ τους βÜση: « Η ΙερÜ παρÜδοσις ερμηνεýει και συμπληρþνει την Áγßαν ΓραφÞν. Ο ερμηνευτικüς χαρακτÞρ της ΙερÜς Παραδüσεως συνßσταται εις την επεξÞγησιν των δυσχερþν χωρßων της Áγßας ΓραφÞς και γενικþς την προσφορÜν εις τους πιστοýς - μÝλη της Εκκλησßας του αναγκαßου φωτüς προς διακρßβωσιν και κατανüησιν του περιεχομÝνου της Áγßας ΓραφÞς» (ΘÝματα Ορθοδüξου ΔογματικÞς Θεολογßας, σελ. 30, ÁθÞνα 1984). Ο κ. Γ. χαρακτηρßζει —üπως και Üλλοι— την αγÜπη και εμμονÞ των πιστþν στην παρÜδοση ως φονταμενταλισμü, προσδßδοντας μειωτικοýς χαρακτηρισμοýς σε κληρικοýς και λαúκοýς. ΕπιτÝλους, μÝσα στην Εκκλησßα μας δεν κÜνουμε ü,τι μας κατÝβη. ΥπÜρχουν üρια τα οποßα Ýθεσαν οι ΠατÝρες μας, üρια σεβαστÜ και απαρασÜλευτα. Η περßεργη εμμονÞ μερικþν στον αρχÝγονο χριστιανισμü και η παρÜλληλη ακýρωση της πατερικÞς παραδüσεως θυμßζει Προτεσταντισμü. Για εμÜς πρüτυπα βßου και διδαχÞς εßναι οι θεοφüροι ΠατÝρες της Εκκλησßας μας, üχι «οι μεγÜλοι επιστÞμονες του προτεσταντικοý χþρου»(!) τους οποßους εκθειÜζει ο κ. Γ. (σ. 137). Σýμφωνα με τον πατρολüγο καθηγητÞ κ. Στυλ. Παπαδüπουλο: «Οι ΠατÝρες δημιοýργησαν ως εμπνευσμÝνοι διαμορφωτÝς τη θεολογßα, το φρüνημα και το Þθος της Εκκλησßας και του Χριστιανισμοý» (Πατρολογßα Á, σελ. 69, Ýκδ. Β', ÁθÞνα 1982). Οι ΠατÝρες της Εκκλησßας βρßσκονται διαρκþς στο στüχαστρο του κ. Γ.: «Το "κριτÞριον αληθεßας" εßναι αντικειμενοποιημÝνο: εßναι τα κεßμενα των ΠατÝρων, κÜθε παραμικρÞ φρÜση απü αυτÜ τα κεßμενα, Ýστω και αποσπασμÝνη απü το νοηματικü της πλαßσιο. Εßναι το λειτουργικü τυπικü ακριβþς üπως το συγκρüτησαν οι ΠατÝρες. Εßναι οι Κανüνες που συνÝταξαν οι ΠατÝρες....» (σ. 267). Παντοý χýνεται το δηλητÞριο, η ρετσινιÜ, η αμφισβÞτηση. Σαν την σουπιÜ, που χýνει το μελÜνι και θολþνει το νερü. ¼λα μια θολοýρα, Ýνα μπÝρδεμα. ¶ρα το μüνο κριτÞριο αληθεßας που απομÝνει—αφοý Ýχουμε γκρεμßσει üλα τα Üλλα— εßναι το κριτÞριο του κ. Γ. Tα πατερικÜ κεßμενα Ýχουν για μας μεγßστη αξßα και δεν τα απομονþνουμε απü τους δημιουργοýς τους, τους ΠατÝρες και ΔιδασκÜλους της Εκκλησßας μας. Εν προκειμÝνω εßναι πολý διαφωτιστικÜ και üσα μας λÝγει ο καθηγητÞς κ. Στυλ. Παπαδüπουλος: « ΠατÞρ και ΔιδÜσκαλος της Εκκλησßας εßναι ο φορÝας της Παραδüσεως και του Þθους της Εκκλησßας, που εξ αφορμÞς μεγÜλης ΘεολογικÞς κρßσεως φωτßζεται απü το Üγιο Πνεýμα και εκφρÜζει θεολογικÜ ευρýτερη εμπειρßα της αληθεßας, με αποτÝλεσμα να συμβÜλει αποφασιστικÜ στην αντιμετþπιση της κρßσεως, η οποßα αφορÜ στην αλÞθεια και Üρα στη σωτηρßα» (Ýνθ. ανωτ. σελ. 77). Áντικληρικü πνεýμα. Áπü την «κρισÜρα» του κ. Γ. περνοýν üλοι οι κληρικοß, επßσκοποι και πρεσβýτεροι, πνευματικοß και μοναχοß. Οι επßσκοποι στην πρþτη γραμμÞ: «Η "αρχιερατικÞ" συμπεριφορÜ του επισκüπου διαστρÝφει την ευχαριστιακÞ πραγματικüτητα του εκκλησιαστικοý γεγονüτος σε θρησκευτικü θÝαμα και ακρüαμα, συναισθηματικÜ καταναλþσιμη ατομικÞ ικανοποßηση Üσχετη με την αλλαγÞ του τρüπου της υπÜρξεως» (σ. 166). ΠÜλι το ßδιο μοτßβο. Áπολυτοποιοýνται μεμονωμÝνα παραδεßγματα και τακτικÝς και κατηγοροýνται συλλÞβδην üλοι οι επßσκοποι. ΟρισμÝνες φορÝς φτÜνει σε εξωφρενικÝς παρερμηνεßες: (ο επßσκοπος) «πολυχρονßζεται κατÜ κüρον απü τους χοροýς των ψαλτþν (με την αυτοκρατορικÞ επευφημßα: "εις πολλÜ Ýτη δÝσποτα") και θυμιÜζεται ως ειδωλικü ξüανο απü τους διακüνους» (σ. 164,165). ¼πως ξÝρουμε, ο επßσκοπος εßναι «εις τýπον και τüπον Χριστοý», επομÝνως, κÜθε τιμÞ, που αποδßδεται εις αυτüν δεν αναφÝρεται στο συγκεκριμÝνο πρüσωπο, αλλÜ «επß το πρωτüτυπον διαβαßνει», δηλαδÞ στον Δεσπüτη Χριστü. ¶ρα η Ýκφραση «ειδωλικü ξüανο» εßναι, το λιγüτερο, που μποροýμε να ποýμε, ατυχÞς. Τον ενοχλοýν οι βαρýτιμες στολÝς των αρχιερÝων, που μοιÜζουν με αυτÝς «βυζαντινþν αυτοκρατüρων Þ μεσαιωνικþν βασιλÝων». Παρατηρεß (στους επισκüπους): «χρυσÜ σκÞπτρα, πεποικιλμÝνες με πολýτιμους λßθους μÞτρες και τιÜρες, χρυσοσμÜλτινα εγκüλπια και επιστÞθιους σταυροýς, ηγεμονικοýς μανδýες με μακρÜ σερνüμενη ουραßα κατÜληξη, μεταβÜλλουν τους λειτουργοýς σε εξωπραγματικÝς φιγοýρες Üλλοτε πανσθενþν ηγεμüνων...» ( σ.136). Η περιγραφÞ γαργαλιστικÞ. Ο στüχος στα εξωτερικÜ σχÞματα. ΠροσωπικÜ, λßγο με απασχολεß η μακριÜ ουρÜ του αρχιερατικοý μανδýα. Εκεßνο που απαιτþ και περιμÝνω απü τον κÜθε επßσκοπο εßναι να ορθοτομεß τον λüγο της αληθεßας, να μη κÜνει εκπτþσεις στην ορθüδοξη πßστη, να μη συμπλÝει με τους ισχυροýς της γης, να εßναι στο πλευρü των αδικημÝνων, να μη κÜνει επιλεκτικÞ κριτικÞ των κακþς κειμÝνων, να εßναι ταπεινüς εσωτερικÜ. Áς μη μας διαφεýγει üτι οι επßσκοποß μας, üπως μας διδÜσκει ο Ιερüς Χρυσüστομος, βρßσκονται στην πρþτη γραμμÞ της μÜχης και φροντßζουν για τις υποθÝσεις üλων μας. «Ο διÜβολος εξοπλßζεται εναντßον τους σφοδρüτερα. Γιατß και στους πολÝμους πριν απ' üλους τους Üλλους επιχειρεß ο εχθρüς να καταβÜλει τον στρατηγü» (Ε.Π.Ε. 23, 80). ¼λοι θυμüμαστε τους τηλεοπτικοýς εισαγγελεßς, που πριν λßγο καιρü Ýβαλαν κατÜ των επισκüπων με δÞθεν σκοπü τους την κÜθαρση. Η ζημιÜ που προξÝνησαν στις ψυχÝς των πιστþν Þταν τερÜστια, üπως üλοι μας το Ýχουμε διαπιστþσει. Οι δημοσιογρÜφοι συνειδητÜ Þ ασυνεßδητα χτýπησαν üχι τα πρüσωπα, αλλÜ τον θεσμü. ΕπομÝνως, οποιαδÞποτε κριτικÞ, που δεν την χαρακτηρßζει η αγωνßα και ο πüνος για την Εκκλησßα του Χριστοý, καταντÜ επιζÞμια και δßνει εýκολη τροφÞ στα στüματα των πÜσης φýσεως αιρετικþν, που καραδοκοýν. Τον ενοχλεß τον κ. Γ. και η εξωτερικÞ περιβολÞ του κληρικοý, η «Üθικτη τριχοφυßα», «το περσικü αντερß», «ο φαρδομÜνικος τουρκικüς τσουμπÝς», που τα βλÝπει να «λειτουργοýν ως στολÞ εξουσιαστικοý λειτουργÞματος», üτι Ýχουν χÜσει τον αρχετυπικü τους συμβολισμü της αφιÝρωσης και αποτελοýν συντÞρηση ενüς νεκροý τýπου «που καλýπτει ανÜγκες Üλλες, ψυχολογικÝς, ορμÝμφυτες» (σ. 180,181). Áκολουθεß προφανþς ο κ. Γ. τη γραμμÞ νεωτεριστþν κληρικþν, που θα Þθελαν τον κληρικü "γαμπρü ευρωπαúκοý τýπου", που θα παντρεýεται για δεýτερη φορÜ, αν χηρÝψει Þ πÜρει διαζýγιο, με üλα "τα αξεσουÜρ" ενüς υποψÞφιου γαμπροý. Το δογματικü υπüβαθρο μας το παρÝχει ο κ. Γ.: «Η απαγüρευση δευτÝρου γÜμου σε κληρικοýς που χÞρεψαν αποτελεß προκλητικü δεßγμα δαιμονοποßησης της σεξουαλικüτητας μÝσα στις "ορθüδοξες" εκκλησßες», (σ. 201, 202). Την πλÝον αποστομωτικÞ απÜντηση στον κ. Γ. την δßνει ο Áρχιμ. π. ΣαρÜντης ΣαρÜντος, τüσο με την αρθρογραφßα του επß του θÝματος, üσο και με τη μαρτυρικÞ ζωÞ του. ¼σον αφορÜ στο θÝμα της ενδυμασßας των κληρικþν, θÝμα που κατÜ καιροýς ανακινοýν ορισμÝνοι «γνωστοß Üγνωστοι», οι οποßοι θÝλουν με το στανιü να μας απογυμνþσουν απü το ορθüδοξο μαρτυρικü ρÜσο μας, θα Þθελα να υπενθυμßσω στον κ. Γ. τα λüγια του αγ. Νεκταρßου στον νεαρü τüτε ¶γγελο Νησιþτη, üταν προσÞλθε να φοιτÞσει στην ΡιζÜρειο ΣχολÞ: «Σε εξορκßζω εις τον ΡιζÜρην, τα ρÜσα που θα φορÝσης εδþ, δεν θα τα βγÜλης εις üλην σου την ζωÞν». Áκüμα και ο Φþτης Κüντογλου, που τον αναφÝρει ο κ. Γ. με θαυμασμü στο βιβλßο του, εßχε γρÜψει χαρακτηριστικÜ: ¼ποτε τυχαßνει να συναπαντÞσω κανÝνα παπÜ...στÝκουμαι και τον θαυμÜζω για τη μεγαλοπρÝπειÜ του, για το επιβÜλλον και μαζß για τη σεμνüτητα που Ýχει η üψη του, και για την εμπιστοσýνη που δßνει το παρουσιαστικü και η αμφßεσÞ του. Ιερü πρüσωπο!... Áς ρωτÞσουνε τους ξενητεμÝνους ¸λληνες τι χαρÜ και τι κατÜνυξη νιþθουνε üταν αντικρßσουν, στις χþρες που ζουν, κÜποιο ιερÝα μας με γÝνεια και με ρÜσο». Áπü προσωπικÞ μου εμπειρßα θα Þθελα να αναφÝρω τον θαυμασμü που δεßχνουν τα μικρÜ παιδιÜ üταν αντικρßσουν κÜποιον ιερÝα με γÝνεια, ρÜσο και καλυμμαýχι: «ΜαμÜ, ο Χριστοýλης», αναφωνοýν με την παιδικÞ τους απλüτητα. « Εκ στüματος νηπßων» διδασκüμαστε τον αναγωγικü χαρακτÞρα των συμβüλων: ο ιερÝας με την üλη του περιβολÞ και διαγωγÞ ανÜγει τους πιστοýς επß το πρωτüτυπον, τον ßδιο τον Χριστü. Γι’ αυτü και δÝκα οκτþ πρεσβυτÝρες, αποφασισμÝνες για üλα, δηλþνουν επιγραμματικÜ: « Εμεßς, συστοιχοýσες στους ιερεßς συζýγους μας, επ’ ουδενß θα θÝλαμε να αφαιρÝσουν Ýστω και Ýνα απü üσα συναποτελοýν την ιερατικÞ τους αμφßεση, ακüμη κι αν υποστοýμε διþξεις και ταλαιπωρßες» (Για περισσüτερα δες: «Το ρÜσο του ιερÝως και η σημασßα του», κεßμενο υπογεγραμμÝνο απü δÝκα οκτþ πρεσβυτÝρες, Περ. «Θεοδρομßα», ΙανουÜριος - ΣεπτÝμβριος 2002, τεýχη 1-3, σελ. 308-313). Τον ενοχλεß τον κ. Γ., που ορισμÝνοι «ειδωλοποιοýν» —πÜντα κατ’ αυτüν—την ΠαρÜδοση, που βασανßζονται (κλÞρος και λαüς) απü την εμμονÞ τους σε λεπτομÝρειες, που σε «ορθüδοξα περιβÜλλοντα» οι λεπτομÝρειες αυτÝς «λειτουργοýν ως κανονιστικÞ απαßτηση "γνησιüτητας", αφορμÞ για την Üσκηση ελÝγχου Þ τρομοκρατßας των πολλþν απü κÜποιους σαβοναρολικοýς υπερασπιστÝς της "παρÜδοσης"» (σ. 180). Δεν ξÝρω ποιους υπονοεß με αυτοýς τους κολακευτικοýς χαρακτηρισμοýς ο κ. Γ, αλλÜ μου κÜνει εντýπωση πως αυτüς ο υπερασπιστÞς της σκÝψεως και του κριτικοý λüγου, δεν αναγνωρßζει το δικαßωμα Ýκφρασης και ασκÞσεως ελÝγχου σε μια δημοκρατικÞ Εκκλησßα, üπως εßναι η Ορθüδοξη. Ευτυχþς, η στυγνÞ απολυταρχßα χαρακτηρßζει Üλλα θρησκευτικÜ περιβÜλλοντα, üχι üμως και τον ορθüδοξο χþρο. ¼σο για αυτü το: «τρομοκρατßα των πολλþν» μου θυμßζει ορολογßα απü τον χþρο της πολιτικÞς και καλü θα Þταν να μας πει ποιοι τρομοκρατοýν και ποιους. Áν εννοεß οι οποιοσδÞποτε μπορεß να λÝει οτιδÞποτε, χωρßς δημüσιο Ýλεγχο, τüτε θα πρÝπει να αλλÜξει τον τßτλο της ραδιοφωνικÞς εκπομπÞς του απü: «ÁσκÞσεις κριτικÞς σκÝψης» σε: «ÁσκÞσεις ελεγχüμενης σκÝψης». ΕμμονÞ στη σεξουαλικüτητα. Το θÝμα «σεξουαλικüτητα» καλýπτει Ýνα μεγÜλο μÝρος του βιβλßου του κ. Γ. Το ανÜγει σε θÝμα υψßστης σημασßας. Μας ομιλεß για «γενιÝς ολüκληρες παγιδευμÝνες αθÝλητα στον βασανισμü του νομικισμοý, στην αναπηρßα του ανÝραστου βßου», για «γενιÝς που ταýτισαν τον ερþτα με τον τρüμο της αμαρτßας, την αρετÞ με την απÝχθεια για το ßδιο τους το σþμα,...» (σ. 117, 118). Áφιερþνει ολüκληρο κεφÜλαιο με τßτλο: «Δαιμονοποßηση της σεξουαλικüτητας». ΚÜνει στατιστικÝς και οι μετρÞσεις του δεßχνουν: «μεγÜλο αριθμü εγγÜμων ορθοδüξων Χριστιανþν που, ενþ θÝλουν και αγωνßζονται να ζÞσουν με τον τρüπο της εκκλησιαστικÞς Üθλησης, βασανßζονται σαδιστικÜ και απÜνθρωπα απü "ποιμÝνες" εξομολüγους συνεπεßς στη δαιμονοποßηση της σεξουαλικüτητας» (σ. 197, 198). Στη συνÝχεια, μας λÝει üτι αυτοß οι ποιμÝνες - εξομολüγοι, που φορτþνουν εκβιαστικÜ τον ψυχισμü των εξομολογουμÝνων με «τρομακτικÝς ενοχÝς», επιδßδονται σε ερωτÞσεις του τýπου: «Πüσα χρüνια διαρκεß ο γÜμος σας και ποσÜ παιδιÜ Ýχει αποφÝρει»(!). Και καταλÞγει: «οι "Ýνοχοι" αποκλεßονται απü την εκκλησιαστικÞ μετοχÞ στο εκκλησιαστικü σþμα» (σ. 198). Φαßνεται üτι ο κ. Γ, διαθÝτει εκπληκτικÝς ικανüτητες εκκλησιαστικοý ντεντÝκτιβ, που παρακολουθεß και καταγρÜφει τις «απüρρητες εξομολογÞσεις» μεγÜλου αριθμοý εγγÜμων ορθοδüξων χριστιανþν. ΔηλαδÞ Ýχουμε να κÜνουμε με Ýναν σýγχρονο Καλβßνο, που ενδιαφÝρεται για την απενεχοποßηση μεγÜλου αριθμοý εγγÜμων απü «σεξουαλικÝς δαιμονοποιÞσεις». Η σεξουαλικüτητα που τüσο « απολυτοποιεß» ο κ. Γ. εßναι φαινüμενο, σýμφωνα με τον ιερü Χρυσüστομο, μεταπτωτικü. «Ο ÁδÜμ και η Εýα, εÜν απü τη αρχÞ υπÞκουον, εÜν Ýδειχναν εγκρÜτεια δια την ηδονÞν του ξýλου, δεν θα αδυνατοýσε ο Θεüς να εýρη οδüν δια της οποßας θα ηýξανε το ανθρþπινον γÝνος» (Ε.Π.Ε. 29, 494 - 495). Δεν θα αναφερθοýμε Üλλο στις περß «σεξουαλικüτητας» θεωρßες του κ. Γ. γιατß το θÝμα αγγßζει τα üρια του κωμικοý. Áμφισβητεß ακüμα και την θεοπνευστßα της Áγßας ΓραφÞς. ΓρÜφει σχετικÜ: «(Το Üτομο που θρησκειοποιεß το εκκλησιαστικü γεγονüς) επινοεß μια αντικειμενικÜ αλÜθητη πηγÞ, της αλÞθειας, δηλαδÞ της εγκυρüτητας των διατυπþσεων: Η εγκυρüτητα αντικειμενοποιεßται στην "πηγÞ", δηλαδÞ σε συγκεκριμÝνο εßδωλο, σε ιερü ταμποý, üπως σε üλες τις πρωτüγονες θρησκεßες, "ΠηγÞ" της αλÞθειας αναδεßχνεται Ýνα γραπτü κεßμενο, η Áγßα ΓραφÞ: ΠαλαιÜ και ΚαινÞ ΔιαθÞκη. Η εγκυρüτητÜ της θεωρεßται αναμφισβÞτητη (πρüκειται για "αλÜθητο" κεßμενο), επειδÞ συντÜχθηκε με üρους θεοπνευστßας» (σ. 87, 88). Τι να ποýμε. ΜÝνουμε Üναυδοι σε μια τÝτοια αντορθüδοξη θεþρηση. Áπλþς υπενθυμßζουμε τα αυτονüητα. Η ßδια η Áγßα ΓραφÞ μας διδÜσκει την θεοπνευστßα ως ουσιαστικü γνþρισμÜ της με δýο κλασικÜ χωρßα: α) «ΠÜσα γραφÞ θεüπνευστος και ωφÝλιμος προς διδασκαλßαν... (Β' Τιμ. γ', 16) και β) «Ου γαρ θελÞματι ανθρþπου ηνÝχθη ποτÝ προφητεßα, αλλ' υπü Πνεýματος αγßου φερüμενοι ελÜλησαν Üγιοι απü Θεοý Üνθρωποι» (Β' ΠÝτρ. α', 21). Ο αεßμνηστος καινοδιαθηκολüγος καθηγητÞς Ιω. Παναγüπουλος, ο οποßος διακρινüταν για τη σοβαρüτητα, το Þθος και την επιστημονικÞ του κατÜρτιση, μας λÝει χαρακτηριστικÜ: «Ο üρος θεοπνευστßα διακρßνει συνεπþς ριζικÜ την Áγßα ΓραφÞ απü κÜθε Üλλο γραπτü κεßμενο της ανθρþπινης ιστορßας». Ο ßδιος μας οριοθετεß την πατερικÞ παρÜδοση επß του θÝματος: «ΚατÜ κανüνα τον θεßο λüγο των ι. συγγραφÝων τον αποδßδουν (οι ΠατÝρες) στην Ýλλαμψη Þ την "αφÞ" του αγ. Πνεýματος, το οποßο επιδημεß σ' αυτοýς, στο βαθμü που Þταν γι' αυτοýς χρÞσιμο, καθιστÜ τον νου τους διορατικþτερο καθþς επßσης την ψυχÞ και το σþμα τους λαμπρüτερα. Η θεοπνευστßα δηλ. δεν αφορÜ μüνο την νοητικÞ λειτουργßα του ιεροý συγγραφÝα, αλλÜ ολüκληρη την ýπαρξÞ του. Εßναι γεγονüς "επισκοπÞς Θεοý", χριστοφÜνειας Þ επιδημßας του Πνεýματος, η οποßα ανυψþνει τις ανθρþπινες βιολογικÝς λειτουργßες σε ανþτερο επßπεδο και αγιÜζει ολüκληρο τον Üνθρωπο. Συνεπþς η θεοπνευστßα δεν εßναι πρüσκαιρη κατÜσταση, αλλÜ μüνιμη, ζωτικÞ σχÝση με τον προσωπικü τριαδικü Θεü» (ΕισαγωγÞ στην ΚαινÞ ΔιαθÞκη, σελ. 440, 441, ÁθÞνα 1995). Δεν την γλιτþνει οýτε η Φιλοκαλßα των Ιερþν Νηπτικþν ΠατÝρων. Θεωρεß ο κ. Γ. üτι τα κεßμενα της Φιλοκαλßας «ανταποκρßνονται στον θρησκευτικü ατομοκεντρισμü του Ορθοδοξισμοý». Βρßσκει üτι η ανθολüγηση των κειμÝνων αυτþν στüχευε σε μια ατομοκεντρικÞ προοπτικÞ. Σε Üλλο σημεßο φτÜνει στη "φωτισμÝνη" διαπßστωση: «Η μετοχÞ στο εκκλησιαστικü γεγονüς (στο ευχαριστιακü σþμα που πραγματοποιεß δυναμικÜ τον Τριαδικü τρüπο της υπÜρξεως) αγνοεßται εντελþς στις σελßδες της Φιλοκαλßας, δεν υπÜρχει οýτε υπαινιγμüς üτι εßναι αυτÞ η μετοχÞ, που συνιστÜ την ευαγγελικÞ σωτηρßα». Προχωρεß μÜλιστα και σε τολμηρüτερες διαπιστþσεις: «Ο στüχος - τρüπος της φιλοκαλικÞς θεωρßας και πρακτικÞς εμφανßζεται καθαρÜ ατομοκεντρικüς: «Áν ο νους κατÝλθει στην καρδßα, με την επßμονη ατομικÞ (ψυχοσωματικÞ) γυμναστικÞ της Üσκησης, ο Üνθρωπος Ýχει σωθεß— δεν χρειÜζεται τßποτε Üλλο» (σ. 299, 300). Η Üσκηση στην ορθüδοξη παρÜδοση δεν εßναι αυτοσκοπüς. ΚÝντρο και σκοπüς üλων των ενεργειþν του ανθρþπου εßναι η κοινωνßα μετÜ του Ιησοý Χριστοý, η εßσοδος του ανθρþπου εις την ΕυλογημÝνη Βασιλεßα του Πατρüς και του Υιοý και του Áγßου Πνεýματος.
Η εßσοδος üμως αυτÞ δεν γßνεται Üνευ κüπου και Ýντονης προσπÜθειας. Ο Κýριüς μας μας το Ýχει πει: «Η βασιλεßα του Θεοý βιÜζεται και βιασταß αρπÜζουσιν αυτÞν» (απüδοση υπü Παν. ΤρεμπÝλα: κερδßζεται δια της βßας και εκεßνοι που μεταχειρßζονται σπουδÞν και βßαν επß του εαυτοý των την αρπÜζουν γρÞγορα...) (Ματθ. ια', 12). ΕπομÝνως, και η κατ' ιδßαν προσευχÞ και η νηστεßα, η συγχþρηση των αδελφþν μας και η αμνησικακßα καθþς και η σωματικÞ Üσκηση αποβλÝπουν σ' αυτÞν την "βßα", που αφορÜ, üπως και να το κÜνουμε, στον καθÝνα Üνθρωπο χωριστÜ, δßχως κατ' ανÜγκη αυτü να δηλþνει ατομοκεντρισμü. Η συμμετοχÞ του σþματος δεν αποτελεß "γυμναστικÞ της Üσκησης", üπως αφ' υψηλοý την κριτικÜρει ο κ. Γ. Οι μετÜνοιες π.χ. κρýβουν Ýνα βαθýτερο νüημα. ΛÝγονται με ταυτüχρονη επßκληση του ονüματος του Χριστοý, üπως μας διδÜσκει ο üσιος Θεüληπτος Φιλαδελφεßας στη Φιλοκαλßα: «Κλßσεις γονÜτων μη παραιτοý· εκ μεν γαρ του γüνυ κλßνειν η πτþσις της αμαρτßας εικονßζεται, Ýμφασιν εξαγορεýσεως παρεχομÝνη· (=και γßνεται Ýνα εßδος εξομολογÞσεως) εκ δε του ανßστασθαι η μετÜνοια υποσημαßνεται, (=ενþ με την ανüρθωση υποδηλþνεται η μετÜνοια), επαγγελßαν βßου του κατ' αρετÞν αινιττομÝνη· (=και συμβολßζεται η υπüσχεση για ενÜρετο βßο) εκÜστη δε γονυκλισßα τελεßσθω μετÜ της νοερÜς του Χριστοý επικλÞσεως· ßνα ψυχÞ και σþματι προσπßπτων τω Κυρßω, τον των ψυχþν και σωμÜτων Θεüν ευδιÜλλακτον απεργÜση» (Φιλοκαλßα, τ. Δ', σ. 11, Ýκδ. ÁστÝρος). Ο μακαριστüς ΓÝροντας Σωφρüνιος, ο σýγχρονος αυτüς ιερüς πατÞρ, —ο οποßος μας Üφησε εκπληκτικÝς εμπειρßες, απüρροια της συμμετοχÞς του στο "ευχαριστιακü γεγονüς— συνδÝει την επßκληση του ονüματος του Χριστοý — την ατομοκεντρικοý χαρακτÞρος κατÜ τον κ. Γ— μετÜ της Θεßας Λειτουργßας σε μια αδιÜρρηκτη σχÝση: «Ενθυμοýμαι üτι η επßκλησις του Ονüματος του Ιησοý Χριστοý συνωδεýετο μετÜ της αορÜτου ελεýσεως Áυτοý του Ιδßου· απü της στιγμÞς δε εκεßνης το θαυμαστüν τοýτο ¼νομα, αλλÜ και τα Üλλα ονüματα του Θεοý, Ýτι πλεßον Þ πρüτερον απÝβησαν δι' εμÝ αγωγοß ενþσεως μετ' Áυτοý. Κατ' εκεßνον τον καιρüν Þμην Þδη ιερεýς. Η τÝλεσις της Θεßας Λειτουργßας Ýλαβεν ωσαýτως Üλλον χαρακτÞρα: Ητο ουχß μüνον πρÜξις ευλαβεßας, καθαρÜς εξ αμφιβολιþν πßστεως, αλλÜ δι' üλου του εßναι μου αßσθησις του Γεγονüτος της παρουσßας του Θεοý, ¼στις τελεß το μυστÞριον. Τüτε ησθÜνθην βαθÝως το νüημα και την πραγματικüτητα, Üτινα περικλεßονται εις τους λüγους του ΜεγÜλου Βασιλεßου: "Συ ει ο χαρισÜμενος ημßν ουρανßων μυστηρßων αποκÜλυψιν" (ευχÞ προσκομιδÞς). ¼ντως ο Κýριος και εις ημÜς, τους εσχÜτους πÜντων των ανθρþπων, αποκαλýπτει το μυστÞριον της ιερουργßας.» (Περß ΠροσευχÞς, σελ. 170, Ýκδ. Ι. Μ. Τιμßου Προδρüμου, ¸σσεξ Áγγλßας, 1993). Áκολουθßα Θεßας ΜεταλÞψεως: υπηρετεß εγωτικÝς επιδιþξεις! Η εφευρετικüτητα του κ. Γ. δεν Ýχει üρια. ΕγκλωβισμÝνος στο διπολικü, üπως εßπαμε, σχÞμα: θρησκευτικüτητα- εκκλησιαστικü γεγονüς, προχωρεß σε «διανοητικÜ ατοπÞματα». ΓρÜφει: «Τα κεßμενα (ýμνοι και ευχÝς), που συγκροτοýν την Áκολουθßα της Θεßας ΜεταλÞψεως, Ýχουν üλα üσα στοιχεßα απαιτοýνται, για να τα χαρακτηρßσουμε üτι σκοπεýουν μüνο στην εξασφÜλιση ατομικþν ωφελημÜτων και εγγυÞσεων. Εßναι κεßμενα, που υπηρετοýν εγωτικÝς αποκλειστικÜ επιδιþξεις, αμνηστεýσεις σφαλμÜτων, εξιλασμοý, κÜθαρσης, "αγιασμοý". Δεν υπÜρχει η παραμικρÞ νýξη, που να μας επιτρÝπει να συμπερÜνουμε üτι τα αιτοýμενα δεν εξαντλοýνται στη δικαßωση Þ θωρÜκιση του εγþ» (σ. 133). Η Áκολουθßα της Θεßας ΜεταλÞψεως εντÜσσεται στην προετοιμασßα-προπαρασκευÞ του πιστοý για τη συμμετοχÞ του στο ΠοτÞριο της ΖωÞς. Την αναγκαιüτητα αυτÞς της προετοιμασßας του πιστοý μας τονßζει ο κ. Áνδρ. Θεοδþρου, ο οποßος σε σχετικÞ εργασßα του σχολßασε και ερμÞνευσε την Áκολουθßα της Θεßας ΜεταλÞψεως: « Ο πιστüς, Ýχοντας συναßσθηση της σοβαρüτητας του πρÜγματος (της προσελεýσεως στο φοβερü μυστÞριο του Θεοý), πρÝπει να προσÝλθει üσο γßνεται πιο καθαρüς στα Áγια, για να δεχτεß μÝσα του τον Üνθρακα της φýσης του Θεοý. Με ταπεßνωση και μετÜνοια, με φüβο Θεοý και αγÜπη και με πßστη ζωντανÞ στην αλÞθεια του μυστηρßου, κυρßως, üμως, με ανεξικακßα και ειρÞνευση στη σχÝση του με τους Üλλους ανθρþπους, πρÝπει να προσÝρχεται στη μετÜληψη των θεßων μυστηρßων, για να Ýχει "Üφεσιν αμαρτιþν και ζωÞν αιþνιον". Áλλιþτικα, üταν προσÝρχεται ανÝτοιμος και απαρÜσκευος αντß ζωÞς κοινωνεß τον θÜνατο και την αιωνßα καταδßκη του» (« Γεýσασθε και ßδετε», σελ. 7, Ýκδ. Á' 1998, Áποστ. Διακονßα). Áσφαλþς ο κ. Áνδρ. Θεοδþρου, που ασχολÞθηκε με την ερμηνεßα της Θ. ΜεταλÞψεως δεν διεßδε üτι «υπηρετεß εγωτικÝς επιδιþξεις». Áιþνες τþρα εκατομμýρια πιστþν προετοιμÜζονται για τη συμμετοχÞ τους στη Θεßα Ευχαριστßα διαβÜζοντας την Áκολουθßα της Θ. ΜεταλÞψεως, χωρßς να Ýχουν τους δισταγμοýς και προβληματισμοýς που εξÝφρασε ο κ. Γ. Γιατß κ. Γ. τüσος σκεπτικισμüς; Ο π. Πορφýριος, ο χαρισματικüς αυτüς γÝροντας των ημερþν μας, τονßζει το ρüλο των ευχων της Θεßας ΜεταλÞψεως στον αγιασμü των πιστþν: « Οι λειτουργικÝς προσευχÝς, οι οποßες φαßνονται τυπικÝς, üταν λÝγονται με νüημα και προσοχÞ, γßνονται δικÝς σας. Την Áκολουθßα της Θεßας ΜεταλÞψεως, üταν τη διαβÜσει και ο πιο αμαρτωλüς, αγιÜζεται πολý». Και καταλÞγει: « ¸τσι γßνεται η καλλιÝργεια, χωρßς να το καταλαβαßνουμε. "Áναßμακτα". ΔηλαδÞ αχρηστεýει ο Üνθρωπος τον παλαιü εαυτü του. Τον αχρηστεýει χωρßς πüλεμο. Δεν τον εξοργßζει, αλλÜ τον αχρηστεýει και αναπτýσσει τον καινü Üνθρωπο μÝσα του» (ΓÝροντος Πορφυρßου Καυσοκαλυβßτου, Βßος και Λüγοι, σελ. 341, Ýκδ. Ι. Μ. ΧρυσοπηγÞς Χανßων ΚρÞτης, 2003). ΧιλιÜδες χιλιÜδων ανθρþπων διαβÜζουν τüσους αιþνες τþρα τις ΕυχÝς της Θεßας ΜεταλÞψεως και δεν τις αμφισβÞτησε κανεßς. Μüνο ο κ. Γ. αμφιταλαντεýεται για την αξßα και το περιεχüμενü τους. Áμφισβητεß τους φημισμÝνους χαρισματικοýς γÝροντες. Με μαεστρßα ρßχνει το δηλητÞριο του: «Στον ιδεολογικοποιημÝνο ορθοδοξισμü, αντßθετα, παραθεωροýνται Þ περιφρονοýνται οι θεσμοß, και μετατßθεται η εμπιστοσýνη στην αξιοπιστßα και αυθεντßα ατüμων. Áν εμφανιστεß, λ.χ., μια καινοφανÞς διδασκαλßα, οι πιστοß του ορθοδοξισμοý δεν θα προσφýγουν σε συνοδικü θεσμü που θα κρßνει, με βÜση την εμπειρßα κÜθε ευχαριστιακοý σþματος, αν πρüκειται για αßρεση. Θα προστρÝξουν σε κÜποιο φημισμÝνο "γÝροντα", και στο ατομικü του χÜρισμα - αυτüς θα τους προσφÝρει "αντικειμενικÝς" βεβαιüτητες ιδεολογικÜ (δηλαδÞ ψυχολογικÜ) εγγυημÝνες» (σ. 288). (Σημεßωση: ΚατÜ τον κ. Γ. Ορθοδοξισμüς εßναι η μετατροπÞ του εκκλησιαστικοý γεγονüτος σε ιδεολογßα). Ο κ. Γ. χρησιμοποιεß μια ευλογοφανÞ μÝθοδο. Οχυρþνεται πßσω απü τον «συνοδικü θεσμü» —και «την εμπειρßα του ευχαριστιακοý σþματος», λες και οι χαρισματικοß γÝροντες εßναι εκτüς Εκκλησßας. ΜιλÜει δÞθεν με σεβασμü για τους εκκλησιαστικοýς θεσμοýς, τη στιγμÞ, που σε Üλλα σημεßα του βιβλßου του τους αμφισβητεß και τους ρßχνει τη ρετσινιÜ της θρησκειοποιÞσης. Τß σεβασμü μπορεß να Ýχει προς τους επισκüπους, που συγκροτοýν μια, Ýστω, τοπικÞ σýνοδο, üταν για τους ßδιους τους επισκüπους λÝει συλλÞβδην üτι: «προÝρχονται απü χαμηλü κοινωνικü και μορφωτικü περιβÜλλον» και üτι τους χαρακτηρßζει « η σεξουαλικÞ στÝρηση». «ΣτÝρηση που (συχνÜ Þ κατÜ κανüνα) δεν την επÝλεξαν επειδÞ εßχαν κλßση για βßο μοναχοý και ασκητÞ, οýτε απü πüθο για Ýνταξη σε κοινü Üθλημα κοινωνßας: σε μοναστικü κοινüβιο. ÁλλÜ δÝχτηκαν τη σεξουαλικÞ στÝρηση προγραμματικÜ ως προûπüθεση καρριÝρας: ανüδου σε εξουσιαστικÜ θρησκευτικÜ αξιþματα» (σ. 165, 166). Μπαßνει στα μýχια των καρδιþν των επισκüπων και αποφθÝγγεται ως «χαρισματικüς γÝροντας». ΤολμÜει να τα βÜλει με αγιασμÝνες στη συνεßδηση «του ευχαριστιακοý σþματος» μορφÝς. Ειρωνεýεται τους σýγχρονους αγßους γÝροντες και «χεßλεσιν αμφιλÜλοις» επιχειρεß να πλÞξει τα «φωτüμορφα τÝκνα της Εκκλησßας» ως δÞθεν παρÝχοντες «βεβαιüτητες ψυχολογικÞς «φýσεως». Ο «πολýφθογγος αυτüς ρÞτωρ» θα Ýπρεπε να σιγÜ, ενþπιον των σεβαστþν αυτþν μορφþν, οι οποßοι στη συνεßδηση του πληρþματος της Εκκλησßας εßναι Üγιοι εν ουρανοßς. Η επßδρασÞ τους στον σýγχρονο εκκλησιαστικü βßο εßναι πλÝον εμφανÞς και αδιαμφισβÞτητη. Στα üρια της Βλασφημßας: Το αειπÜρθενον της Θεοτüκου υποδηλþνει üτι η λειτουργßα της μητρüτητας συνιστÜ ακαθαρσßα. ΓρÜφει σχετικÜ: « ¼τι η λειτουργßα της μητρüτητας συνιστÜ ακαθαρσßα βεβαιþνεται üχι μüνο με τις ευχÝς που διαβÜζονται στη λεχþ, üχι μüνο με την απαγüρευση μετοχÞς στην Ευχαριστßα (Þ και εισüδου στο ναü) των γυναικþν κατÜ την περßοδο των εμμÞνων. Βεβαιþνεται και στις επßμονες επαναλÞψεις της εκκλησιαστικÞς υμνολογßας üτι η Παναγßα Θεοτüκος Ýμεινε και μετÜ τüκον ΠαρθÝνος, üτι εßναι αειπÜρθενος, üτι ο τüκος (τοκετüς) ουκ ελυμÞνατο τας κλεις της ΠαρθÝνου, δεν κατÝλυσε τη σωματικÞ (ανατομικÞ) της παρθενßα» (σ. 200, 2001). Η Θεοτüκος εγÝννησε τον Κýριο üντας ΠαρθÝνος, ασπüρως, χωρßς την συμβολÞ ανδρüς, üπως προφητεýθηκε στην ΠαλαιÜ ΔιαθÞκη: « Ιδοý η ΠαρθÝνος εν γαστρß Ýξει, και τÝξεται υιüν» (Ησ. ζ´, 14) και üπως της προεμÞνυσε ο αρχÜγγελος ΓαβριÞλ: « Πνεýμα ¶γιον επελεýσεται επß σε και δýναμιν υψßστου επισκιÜσει σοι» (Λουκ. ι', 35). Οπως εýστοχα ερμηνεýει ο Üγιος ΙωÜννης ο Δαμασκηνüς: Áυτü το πνεýμα την καθÜρισε και της «παρÝσχε δýναμιν δεκτικÞν της του Λüγου θεüτητος, Üμα δε και και γεννητικÞν». (Ιω. Δαμασκηνοý, ¸κδ. ÁκριβÞς της Ορθοδüξου Πßστεως, Ε.Π.Ε. 1, 284). « Ο Υιüς του Θεοý, Υιüς της ΠαρθÝνου γßνεται», ο Κýριος σαρκþνεται δια της επιφοιτÞσεως του Áγßου Πνεýματος στα σπλÜγχνα της ΠαρθÝνου Μαρßας «αδιαφθüρως». Οπως μας διδÜσκει και ο μακαριστüς π. Áντþνιος Áλεβιζüπουλος: « Ο Χριστüς Ýλαβε την ανθρωπßνην φýσιν και την εθερÜπευσε και Ýγινε δια τον Üνθρωπον ο "νÝος ÁδÜμ", Þ "νÝα ρßζα". "¼μως η νÝα αυτÞ ρßζα εβλÜστησεν εις τα σπλÜγχνα της ΠαρθÝνου Μαρßας». Και συνεχßζει: « (Ο Χριστüς, μüνος δεν εκληρονüμησε την αμαρτωλÞν φýσιν του ÁδÜμ. Τοýτο, διüτι δεν κατÞγετο απü εκεßνον. ΕγεννÞθη απü την ΠαρθÝνον Μαρßαν εκ Πνεýματος Áγßου. Δι' αυτüν τον λüγον πιστεýομεν üτι η ΠαρθÝνος Μαρßα Ýμεινε και κατÜ την γÝννησιν και μετÜ απü αυτÞν ΠαρθÝνος, υπÞρξε δηλαδÞ αειπÜρθενος. Τοýτο δεν αποτελεß λεπτομÝρειαν, αλλÜ βασικÞ διδασκαλßα της Εκκλησßας, η οποßα εξασφαλßζει την σωτηρßαν. Ο Χριστüς εßναι "η νÝα ρßζα", δεν εßναι δυνατüν να κατÜγεται απü την "παλαιÜ ρßζαν" του ÁδÜμ. Δι' αυτüν τον λüγον η Μαρßα, δια να εßναι Θεοτüκος, πρÝπει να εßναι ΠαρθÝνος» (Εφüδιον Ορθοδοξßας, σελ. 124, 126, Ýκδ. ¶ποστ. Διακονßας, 1974). ÁυτÞ εßναι η απÜντηση στο ερþτημα του κ. Γ. « τß μεγαλειωδÝστερο εξασφαλßζει η διατÞρηση της ανατομικÞς παρθενßας της Θεοτüκου και μετÜ τον τοκετü» (σ. 201). ΚατÜ την Γ´ ΟικουμενικÞ Σýνοδο «ομολογοýμεν την αγßαν ΠαρθÝνον Θεοτüκον δια το τον Θεüν Λüγον σαρκωθÞναι και ενανθρωπÞσαι και εξ αυτÞς της συλλÞψεως ενþσαι εαυτþ τον εξ αυτÞς ληφθÝντα ναüν». Ο καθηγητÞς κ. Νικ. Μητσüπουλος θα παρατηρÞσει: « Ομοý μετÜ του üρου "Θεοτüκος" αποδßδομεν εις την ΜητÝρα του Κυρßου και το αειπÜρθενον, ως εμμÝσως συναγüμενον εκ της υποστατικÞς ενþσεως (των δýο εν Χριστþ φýσεων, δηλ. της θεßας και της ανθρωπßνης)». Ο ßδιος καθηγητÞς μας αναφÝρει üτι « αρχαßοι αιρετικοß και σýγχρονοι ετερüδοξοι üχι μüνον ηρνÞθησαν και αρνοýνται την αειπαρθενßαν της Θεοτüκου, αλλÜ και επιχειροýν να στηρßξουν την κακοδοξßαν των επß χωρßων τινþν της Áγßας ΓραφÞς» (Ýνθ. ανωτ. σελ. 151,152). Ο ßδιος καθηγητÞς αναφÝρει τα χωρßα αυτÜ και τα αντικροýει σýμφωνα με την ορθüδοξη ερμηνευτικÞ παρÜδοση (Ýνθ. ανωτ. σελ. 153, 154). Θα ολοκληρþσουμε το θÝμα μας με τα σοφÜ και αποκαλυπτικÜ λüγια του αγßου ΙωÜννου του Δαμασκηνοý, που μας τονßζει üτι η παρθενßα της Θεοτüκου πρÝπει να νοεßται ως αειπαρθενßα: « ΜÝνει τοßνυν και μετÜ τüκον παρθÝνος η ÁειπÜρθενος ουδαμþς ανδρß μÝχρι θανÜτου προσομιλÞσασα. . . πþς γαρ αν Θεüν γεννÞσασα και εκ της των παρακολουθημÜτων πεßρας το θαýμα γνωρßσασα ανδρüς συνÜφειαν κατεδÝξατο· Üπαγε ου σωφρονοýντος λογισμοý τα τοιαýτα νοεßν μη üτι και πρÜττειν» (μετÜφραση: Πþς δηλαδÞ θα κατεδÝχετο την συνÝνωσιν με Üνδρα ενþ εγÝννησε τον Θεüν και εγνþριοε το θαýμα με την πεßραν των σημεßων που Ýχουν ακολουθÞσει; Μη βλασφημÞς· üχι μüνον δεν εßναι γνþρισμα συνετÞς σκÝψεως να σκÝπτεται τÝτοια, αλλÜ οýτε να τα κÜνει) (Ýνθ. ανωτ. σελ. 484 -487). Áμφισβητεß τον ÁδÜμ ως ιστορικü πρüσωπο, üπως τον εμφανßζει η βßβλος και υποστηρßζουν οι ΠατÝρες. ΕπομÝνως, αν κατÜ τον κ. Γ. δεν υπÞρξε ο ÁδÜμ ως ιστορικü πρüσωπο, τüτε τα περß πτþσεως των πρωτοπλÜστων, προπατορικοý αμαρτÞματος και συνεπειþν του στην ανθρþπινη φýση ανÜγονται στο χþρο του μυθικοý. ¸τσι ανατρÝπεται üλη η ορθüδοξη ανθρωπολογßα και σωτηριολογßα, εφ' üσον δεν υπÞρξε γενÜρχης του ανθρþπινου γÝνους! Τα συμπερÜσματα εßναι δικÜ σας. Κρýβεται επιμελþς σε εκκλησιαστικÜ περιβÜλλοντα. Εßχα ακοýσει τον κ. Γ. σε ραδιοφωνικÞ εκπομπÞ της ΠειραúκÞς Εκκλησßας (ΚυριακÞ 4-2-07 και þρα 12 μεσημβρινÞ), üπου ο παρουσιαστÞς, προφανþς καταγοητευμÝνος απü το βιβλßο του, Ýκανε στον κ. Γ. ερωτÞσεις με σκοπü να το κÜνει γνωστü στο ευρýτερο εκκλησιαστικü κοινü. Ομολογþ üτι ο λüγος του κ. ΓιανναρÜ Þταν καταπληκτικüς και δεν ανÝφερε επιμελþς(;) κανÝνα απü τα επßμαχα σημεßα που αναπτýξαμε πιο πÜνω. Τüτε δεν εßχα διαβÜσει το βιβλßο του και δεν μποροýσα να υποψιαστþ αυτÜ που Ýγραφε. Áν τολμοýσε και τα Ýλεγε αυτÜ σε εκκλησιαστικü ραδιοφωνικü σταθμü, θα Ýσπαζε προφανþς το τηλεφωνικü κÝντρο! Εßναι αρκετÜ τα σημεßα που δεν αναφÝραμε απü το βιβλßο του κ. Γ. και τα οποßα μας βρßσκουν κÜθετα αντßθετους. Θα κλεßσω με Ýνα απüσπασμα απü τον γÝροντα Σωφρüνιο, πολý αποκαλυπτικü για την περßπτωσÞ μας: « Η ανθρωπßνη επιστÞμη παρÝχει το μÝσον διÜ την Ýκφρασιν της εμπειρßας, αλλÜ εßναι αδýνατον να μεταδþση την γνþσιν, Þτις αληθþς σþζει, Üνευ της συνεργßας της χÜριτος. Η γνþσις του Θεοý εßναι γνþσις οντολογικÞ και ουχß αφηρημÝνη - θεωρητικÞ. ΧιλιÜδες και χιλιÜδες επαγγελματιþν θεολüγων λαμβÜνουν τα ανþτατα πτυχßα, ενþ εν τη σφαßρα του Πνεýματος παραμÝνουν κατ’ ουσßαν εις βαθεßαν Üγνοιαν. Και τοýτο, διüτι δεν ζουν συμφþνως προς τας εντολÜς του Χριστοý· Ýνεκα δε τοýτου στεροýνται του φωτüς της θεογνωσßας. Ο Θεüς εßναι αγÜπη. Και η αγÜπη αýτη αποκτÜται δια της οδοý της μετανοßας...» (Περß ΠροσευχÞς, Ýνθ. ανωτ. σελ. 229, 230). (ΠηγÞ: «Ορθüδοξος Τýπος» 13-20-27/4/2007 & 4/5/2007)
ΔιαβÜστε μια ακüμα κριτικÞ για το βιβλßο απü τον κ. Παναγιþτη Μποýμη, Ομüτ. ΚαθηγητÞ Πανεπιστημßου Áθηνþν, πατþντας εδþ.
|
| |
ÌÝóïò üñïò ÁîéïëïãÞóåùí: 3.23 Áñéèìüò ØÞöùí: 30

|
|