ÊáëùóÞëèáôå ::: Alopsis :::  
  Øçëáöþíôáò ôçí ôùí ðñáãìÜôùí áëÞèåéá...    

 ...::ÁÑ×ÉÊÇ |  ÅÐÉÊÏÉÍÙÍÉÁ |  ÐÏËÕÔÏÍÉÊÅÓ ÃÑÁÌÌÁÔÏÓÅÉÑÅÓ |  ÐÏÉÏÉ ÅÉÌÁÓÔÅ ::...
ÅÐÉËÏÃÅÓ
 Áñ÷éêÞ

Ðåñéå÷üìåíá
 ÁÑ×ÅÉÏ ÁÑÈÑÙÍ
 ÊÁÔÇÃÏÑÉÅÓ ÁÑÈÑÙÍ
 ÁÖÉÅÑÙÌÁÔÁ

 Êáôçãïñßåò
· ÈÅÏËÏÃÉÁ
· ÊÏÉÍÙÍÉÁ
· ÂÉÏÇÈÉÊÇ
· ÕÃÅÉÁ - ÄÉÁÔÑÏÖÇ
· ÐÅÑÉÂÁËËÏÍ
· ÁÈËÇÔÉÓÌÏÓ
· ÂÉÂËÉÁ
· ÂÉÂËÉÏÊÑÉÔÉÊÅÓ
· ÐÅÑÉÏÄÉÊÁ
· ÁÍ-ÅÐÉÊÁÉÑÁ
· ÓÔÏ×ÁÓÌÏÉ

 Áöéåñþìáôá
· ÖáñìáêïäéÝãåñóç
· ÊéíçôÜ ÔçëÝöùíá
· ÌåôáëëáãìÝíá
· Ìåôáìïó÷åýóåéò
· Ð.Ó.Å.
· Óêáíäáëéóìüò
· ÔáöÞ Þ Êáýóç íåêñþí
· ÃÝñïíôáò Ðáúóéïò
· ÃÝñïíôáò Óùöñüíéïò
· ÁèÞíá 2004
· ËåéôïõñãéêÞ Ãëþóóá
· ¶âáôïí
· Åêôüò ÅëëÜäïò
· ÅíáëëáêôéêÝò "èåñáðåßåò"
· Ðáðéóìüò
· ENGLISH
· ÃÝñïíôáò ÃåñâÜóéïò Ðáñáóêåõüðïõëïò
· ÁéñÝóåéò - ÏìÜäåò - Ñåýìáôá
· DEUTSCH
· ÓåîïõáëéêÞ Äéáðáéäáãþãçóç
· Ïéêïõìåíéóìüò
· ËåéôïõñãéêÞ ÔÜîéò

 ÊáôÜ ÓõããñáöÝá
· Éåñüèåïò ÂëÜ÷ïò
· Ãåþñãéïò ÊáøÜíçò
· Íéêüäçìïò Ìðáñïýóçò
· Âáóßëåéïò ÃïíôéêÜêçò
· ÓáñÜíôçò ÓáñÜíôïò
· Ãåþñãéïò Ìåôáëëçíüò
· Èåüäùñïò ÆÞóçò
· Êùí/íïò Óôñáôçãüðïõëïò

 Åêäüóåéò
· É.Ì. Ðáíáãßáò ×ñõóïðïäáñéôßóóçò
· É.Ì. Ãåíåèëßïõ ôçò Èåïôüêïõ
· Ôáìéåßïõ ÈñÜêçò
· É.Ì. ÐáñáêëÞôïõ Ùñùðïý
· É.Ì. Áãßïõ ÉùÜííïõ Ðñïäñüìïõ ÊáñÝá

 ÁíáêôÞóåéò & Óýíäåóìïé
 ÁÍÁÊÔÇÓÅÉÓ (Downloads)
 ÓÕÍÄÅÓÌÏÉ

 Ðëçñïöïñßåò
 ÅÐÉÊÏÉÍÙÍÉÁ
 Ðñüôáóç éóôïóåëßäáò
 ÓÕÍÈÅÔÇ ÁÍÁÆÇÔÇÓÇ

Ðïéüò åßíáé online
ÕðÜñ÷ïõí åðß ôïõ ðáñüíôïò 57 ÅðéóêÝðôçò(åò) êáé 0 ÌÝëïò(ç) ðïõ åßíáé óõíäåäåìÝíïò(ïé)

Åßóáóôå áíþíõìïò ÷ñÞóôçò. Ìðïñåßôå íá åããñáöåßôå ðáôþíôáò åäþ

Ãéá íá ìçí ëõðÜóèå (*) (Áã. ÉùÜííçò ï ×ñõóüóôïìïò)
alopsis

ÈÅÏËÏÃÉÁ
«Δεν θÝλω, αδελφοß μου, να αγνοεßτε üσα Ýχουν σχÝ­ση με εκεßνους που Ýχουν κοιμηθεß, για να μη λυπÜσθε, üπως üλοι οι Üλλοι που δεν Ýχουν ελπßδα. Γιατß, αν πι­στεýουμε üτι ο Ιησοýς πÝθανε και αναστÞθηκε, Ýτσι και ο Θεüς, εκεßνους που Ýχουν κοιμηθεß, üντας ενωμÝνοι μαζß του με την πßστη στον Ιησοý, θα τους πÜρει κοντÜ Του» (Á' Θεσ. 4, 13).



1. Áς δοýμε λοιπüν, πρþτα απ' üλα αυτü: Γιατß δηλαδÞ, üταν μιλÜει ο Áπüστολος για τον Χριστü, χρη­σιμοποιεß τη λÝξη «θÜνατο», ενþ üταν μιλÜει για το τÝ­λος του ανθρþπου, ονομÜζει το θÜνατο «κοßμηση», και üχι θÜνατο. ΜιλÜει για üσους Ýχουν «κοιμηθεß» και üχι για üσους Ýχουν «πεθÜνει». Γιατß λÝει: «Áυτοýς που Ýχουν κοιμηθεß με πßστη στον Ιησοý, θα τους πÜρει Εκεßνος κοντÜ Του».
Και στη συνÝχεια λÝει: «Εμεßς οι ζωντανοß, που θα μεßνουμε πßσω και θα εßμαστε στη ζωÞ, üταν Ýρθει ο Κý­ριος, δεν θα προφθÜσουμε üσους θα Ýχουν κοιμηθεß» (Á' Θεσ. 4, 16)
Οýτε εδþ βÝβαια εßπε «αυτοýς που θα Ýχουν πεθÜνει», αλλÜ, μολονüτι μιλÜει τρßτη φορÜ για το ßδιο θÝμα, πÜ­λι ονüμασε το θÜνατο «κοßμηση». Οταν üμως μιλÜει για τον Χριστü, λÝει: «Áν πιστεýουμε üτι ο Χριστüς πÝθα­νε». Δεν λÝει «κοιμÞθηκε», αλλÜ «πÝθανε».
Γιατß λοιπüν, για το θÜνατο του Χριστοý, χρησιμο­ποßησε τη λÝξη «θÜνατο», ενþ το θÜνατο του ανθρþπου τον ονüμασε «κοßμηση»; Δεν χρησιμοποßησε, ασφαλþς, ο Áπüστολος Üσκοπα και επιπüλαια αυτÝς τις λÝξεις, αλλÜ θÝλησε, με αυτÞ τη διÜκριση, να διδÜξει κÜτι πο­λý σπουδαßο και μεγÜλο.
Για την περßπτωση του Χριστοý, χρησιμοποßησε τη λÝξη «θÜνατο», για να βεβαιþσει το πÜθος Του. Για μας τους ανθρþπους üμως χρησιμοποßησε τη λÝξη «κοßμηση», για να παρηγορÞσει τον πüνο μας.
Ο Χριστüς αναστÞθηκε. Γι’ αυτü και ο Áπüστολος χρησιμοποιεß με Üνεση τη λÝξη «θÜνατος». Για την πε­ρßπτωση üμως του ανθρþπου, ο οποßος στηρßζεται στην ελπßδα της ανÜστασÞς του, χρησιμοποιεß ο Áπüστολος τη λÝξη «κοßμηση». Προσπαθεß Ýτσι, να παρηγορÞσει τους συγγενεßς για την στÝρηση του ανθρþπου που Ýφυγε και, ταυτüχρονα, να ενισχýσει το ηθικü τους, με την ελπßδα της ανÜστασης του νεκροý. Γιατß, üποιος Ýχει κοιμηθεß, σßγουρα θα αναστηθεß. Εφüσον ο θÜνατος δεν εßναι τßπο­τε Üλλο, παρÜ ýπνος βαθýς και παρατεταμÝνος.
Μπορεßς βÝβαια να πεις üτι αυτüς που πÝθανε δεν αισθÜνεται, οýτε ακοýει, οýτε βλÝπει τßποτα. Κι εγþ σου απαντþ: Και σ' αυτüν που κοιμÜται συμβαßνει το ßδιο. Θα μποροýσαμε μÜλιστα να σημειþσουμε εδþ κÜτι πο­λý αξιοθαýμαστο. Η ψυχÞ δηλαδÞ εκεßνου που κοιμÜται συμμετÝχει, κατÜ κÜποιο τρüπο, στον ýπνο του σþμα­τος. Η ψυχÞ üμως εκεßνου που Ýχει πλÝον πεθÜνει, πα­ραμÝνει στη ζωÞ και σε συνεχÞ εγρÞγορση.
Θα μποροýσε ßσως κÜποιος να πει: Ναι, καλÜ üλα αυτÜ, αλλÜ εκεßνος που πεθαßνει, σε λßγο σαπßζει, δια­λýεται και γßνεται σκüνη και στÜχτη. Τß σημασßα Ýχει üμως αυτü, αγαπητÝ μου; Áυτü εßναι ακριβþς, εκεßνο για το οποßο πρÝπει να χαßρεσαι. Γιατß αυτü κÜνει και ο Üνθρωπος, üταν θÝλει να ξαναφτιÜξει Ýνα σπßτι που Ýχει πα­λιþσει. ΒγÜζει δηλαδÞ πρþτα Ýξω τους ενοßκους του και μετÜ, αφοý γκρεμßσει το παλιü σπßτι, κτßζει Üλλο, και­νοýργιο και ομορφüτερο. ΦυσικÜ, καθüλου δεν λυποýνται οι Ýνοικοι που βγÞκαν για λßγο απü το παλιü σπßτι, αλλÜ, αντßθετα, χαßρονται πÜρα πολý. Γιατß δεν τους απασχο­λεß η κατεδÜφιση, αλλÜ χαßρονται προκαταβολικÜ για τη νÝα οικοδομÞ που θα ξαναχτιστεß.
Το ßδιο ακριβþς κÜνει και ο Θεüς. ΕπειδÞ θÝλει να μας ανακαινßσει, διαλýει το σþμα μας, αφοý πρþτα βγÜ­λει Ýξω απü αυτü την ψυχÞ μας. Θα ανακαινßσει το σþμα και μετÜ θα εγκαταστÞσει πÜλι μÝσα την ψυχÞ, και μÜ­λιστα, με περισσüτερη λαμπρüτητα και δüξα.

2. Το ßδιο θÜ 'κανε και αν εßχε κανεßς Ýνα μεταλ­λικü αντικεßμενο, σκουριασμÝνο απü το χρüνο. Θα το Ýσπαζε σε μικρÜ κομμÜτια, θα το Ýλιωνε στο καμßνι και θα το ξανÜχυνε, φτιÜχνοντας Ýτσι Ýνα καινοýργιο αντικεßμενο, πιο λαμπρü και πιο üμορφο απü το παλιωμÝνο. Οπως λοιπüν, η διÜλυση του μετÜλλου στο καμßνι, δεν υπονοεß και τον αφανισμü του, αλλÜ, αντßθετα, την ανÜ­πλασÞ του, Ýτσι και ο θÜνατος του ανθρþπινου σþματος, δεν εßναι καταστροφÞ κι αφανισμüς, αλλÜ ανακαßνιση. Οταν λοιπüν δεις να διαλýεται το σþμα και να σα­πßζει, üπως λιþνει το μÝταλλο στο καμßνι, μη σταματÞσεις σ' αυτü που βλÝπεις, αλλÜ να προσδοκÜς την ανακαßνι­ση. Οýτε πÜλι, να σταθεßς στην αναλογßα του παραδεßγμα­τος με την ανοικοδüμηση, αλλÜ γýρισε πÜλι τη σκÝψη σου στο παρÜδειγμα του μεταλλουργοý.
Ο μεταλλουργüς, üταν χýνει το παλιü μÝταλλο, δεν ξαναφτιÜχνει, για παρÜδειγμα, χρυσü και αθÜνατο ανδριÜ­ντα, αλλÜ μεταλλικü και Üψυχο. Ο Θεüς üμως δεν κÜνει Ýτσι· αλλÜ, ενþ βÜζει στη γη πÞλινο και θνητü σþμα, ανασταßνει χρυσü και αθÜνατο ανδριÜντα. ΔÝχεται η γη φθαρτü και θνητü σþμα και σου επιστρÝφει Üφθαρτο και αθÜνατο.
Μη στÝκεσαι λοιπüν σ' εκεßνον που Ýχει πια κλεßσει τα μÜτια του και κοßτεται βουβüς και Üφωνος, αλλÜ σκÝψου εκεßνον που θα αναστηθεß. ΣκÝψου εκεßνον που θα απο­λαýσει δüξα ανÝκφραστη, θαυμαστÞ και εξαßσια. ΣτρÝψε τα μÜτια σου απ' αυτü που βλÝπεις, σ' εκεßνο που θα γßνει. Οδýρεσαι βÝβαια και θρηνεßς, γιατß Ýχασες την συντροφιÜ ενüς δικοý σου ανθρþπου. Δεν εßναι üμως λß­γο παρÜλογο, αγαπητÝ μου, να παντρεýεις την κüρη σου σε ξÝνο τüπο και να μη στενοχωριÝσαι που αυτÞ θα εßναι στο εξÞς μακριÜ σου -εφüσον αυτÞ θα περνÜει καλÜ και θα εßναι εκεß ευτυχισμÝνη- κι εδþ που, üχι Üνθρωπος, αλλÜ ο Ιδιος ο Κýριος πÞρε κοντÜ Του τον Üνθρωπü σου, να θρηνεßς σπαρακτικÜ και να οδýρεσαι;
Θα μου πεις βÝβαια: Πþς μπορþ να μην πονÜω; ¶νθρωπüς μου εßναι αυτüς που Ýφυγε. Οýτε εγþ üμως σου λÝω κÜτι τÝτοιο. Δεν σου μιλÜω για τη λýπη, αλλÜ για την υπερβολÞ. Γιατß, το να λυπÜται κανεßς, εßναι φυ­σικü. Το να χτυπιÝται üμως, πÜνω απü το μÝτρο, εßναι δεßγμα μανßας, παραφροσýνης και αδυναμßας, πρÜγμα που συνÞθως εκδηλþνει η γυναικεßα ψυχÞ.
Πüνεσε, κλÜψε, αλλÜ μην απογοητεýεσαι, μη θυ­μþνεις και μην αγανακτεßς. Ευχαρßστησε τον Θεü, που παßρνει κοντÜ Του τον Üνθρωπü σου. ¸τσι, θα τιμÞσεις εκεßνον που Ýφυγε απü αυτÞ τη ζωÞ και θα τον εφοδιÜ­σεις με λαμπρÜ, εντÜφια δþρα.
Áν üμως απελπιστεßς, και εκεßνον που Ýφυγε δυ­σκολεýεις και Εκεßνον που τον πÞρε βλασφημεßς και τον εαυτü σου βλÜπτεις. Áντßθετα, αν ευχαριστεßς γι’ αυτü τον Θεü, και τον Üνθρωπü σου τßμησες και τον Θεü που τον πÞρε δüξασες και τον εαυτü σου Ýχεις ωφελÞσει.
ΔÜκρυσε στο μÝτρο που δÜκρυσε κι ο Κýριüς σου για τον ΛÜζαρο. ΔÜκρυσε και ο Κýριος· κι Ýτσι, με το παρÜδειγμÜ Του, Ýχει θÝσει και σε μας μÝτρα, κανüνα και üρια της λýπης. ÁυτÜ τα üρια, δεν πρÝπει ποτÝ να τα υπερβαßνουμε.
Το ßδιο μας διδÜσκει και ο Áπüστολος Παýλος: «Για εκεßνους», λÝει, «που Ýχουν κοιμηθεß, θÝλω να ξÝ­ρετε, τι ακριβþς συμβαßνει, για να μη λυπÜστε, σαν τους Üλλους, που δεν Ýχουν ελπßδα». Να λυπÜσαι, λÝει ο Áπü­στολος, αλλÜ üχι σαν τους ειδωλολÜτρες, που δεν Ýχουν ιδÝα για την ανÜσταση των νεκρþν και γι’ αυτü δεν ελ­πßζουν στη μÝλλουσα ζωÞ.
Σας λÝω ειλικρινÜ πως ντρÝπομαι και κοκκινßζω, üταν περπατÜω Ýξω στους δρüμους της πüλης και συνα­ντþ γυναßκες να κλαßνε γοερÜ, να χτυπιοýνται, να τραβοýν τα μαλλιÜ τους και να ξεσκßζουν το πρüσωπü τους. Και το πιο χειρüτερο, αυτÜ τα κÜνουν μπροστÜ στα μÜτια των Üλλων, που εßναι Üπιστοι κι ειδωλολÜτρες. Θα Ýχουν πÜ­ρα πολý δßκιο αυτοß, αν πουν για μας: Áυτοß εßναι οι χρι­στιανοß, που πιστεýουν στην ανÜσταση των νεκρþν; Áυτοß εßναι ασφαλþς, μüνο που δεν συμφωνοýν τα λüγια με τα Ýργα τους. Με τα λüγια πιστεýουν στην ανÜσταση των νεκρþν, στην πρÜξη üμως συμπεριφÝρονται σαν εκεßνους που δεν Ýχουν καμιÜ ελπßδα. Áν πßστευαν πραγματικÜ πως υπÜρχει ανÜσταση, δεν θα Ýκαναν üλα αυτÜ που τþ­ρα κÜνουν. Áν Þταν βÝβαιοι üτι ο Üνθρωπüς τους Ýφυ­γε, για να κληρονομÞσει την επουρÜνια δωρεÜ, δεν θα θρηνοýσαν τþρα Ýτσι απαρηγüρητα.
ÁυτÜ και πολý περισσüτερα μας καταμαρτυροýν οι Üπιστοι, üταν ακοýν τα μοιρολüγια μας. Áς ντραποýμε λßγο και ας σοβαρευτοýμε, για να μη βλÜπτουμε και τον εαυτü μας και üσους μας βλÝπουν να συμπεριφερüμα­στε κατ' αυτü τον τρüπο.
ΕξÞγησÝ μου λßγο, για ποιο λüγο σπαρÜζεις και μοιρολογÜς εκεßνον που Ýφυγε; Áν Þταν κακüς, πρÝπει να ευχαριστεßς τον Θεü, γιατß Ýδωσε τÝλος στην κακßα του. Áν πÜλι Þταν καλüγνωμος, πρÝπει να χαßρεσαι, γιατß τον πÞρε Ýγκαιρα κοντÜ Του ο Θεüς, πριν αλλÜξει και χÜσει τη σýνεσÞ του, εξαιτßας της κακßας. Εφυγε πια και βρßσκεται σε τüπο που εßναι ασφαλισμÝνος· κι Ýτσι δεν κινδυνεýει να χÜσει τη σωφροσýνη του.
Ισως üμως μου πεις üτι κλαις γιατß αυτüς που Ýφυγε Þταν νÝος. Δüξασε λοιπüν τον Θεü, που τον πÞρε νωρßς στην επουρÜνια κληρονομιÜ. ÁλλÜ κι αν Þταν γÝρος, πÜ­λι θα Ýπρεπε να ευχαριστεßς και να δοξÜζεις τον Θεü, γιατß τον πÞρε κοντÜ Του και τον ξεκοýρασε.
Να σεβαστεßς, σε παρακαλþ, την þρα της εξüδιας ακολουθßας. ΨÜλλονται τüσα πολλÜ και ωραßα τροπÜρια, διαβÜζονται τüσες ευχÝς. Εßναι συγκεντρωμÝνος μεγÜ­λος κýκλος πατÝρων της Εκκλησßας και πνευματικþν αδελφþν χριστιανþν. Áυτοß παρευρßσκονται, üχι για να βλÝπουν εσÝνα αγανακτισμÝνον να κλαις και να οδýρε­σαι, αλλÜ για να ευχαριστοýν μαζß σου τον Θεü, που ανÝπαυσε τον Üνθρωπü σου. Γιατß γßνεται κι εδþ κÜτι ανÜ­λογο μ' εκεßνο που συμβαßνει, üταν πρüκειται να ανα­λÜβει κανεßς Ýνα σπουδαßο αξßωμα. ΠροπÝμπουν üλοι εκεßνον που πρüκειται να τιμηθεß με το αξßωμα, με επευ­φημßες και ζητωκραυγÝς. Το ßδιο ακριβþς γßνεται και στην κηδεßα. Φεýγει ο πιστüς και πηγαßνει κοντÜ στον Θεü, για να λÜβει την επουρÜνια κληρονομιÜ και να δεχθεß μεγαλýτερη τιμÞ και περισσüτερη δüξα. Γι' αυτü ακριβþς και τον προπÝμπουν με ευχÝς και ψαλμωδßες, üχι μονÜ­χα οι συγγενεßς, αλλÜ σýσσωμη η Εκκλησßα.
Ο θÜνατος εßναι ανÜπαυση, εßναι απαλλαγÞ απü κüπους και μÝριμνες βιοτικÝς. Γι' αυτü και, üταν δεις κÜ­ποιον δικü σου να φεýγει απü αυτÞ τη ζωÞ, μην αγανα­κτεßς, αλλÜ στρÝψου με κατÜνυξη στον εαυτü σου. ΕξÝ­τασε τη συνεßδησÞ σου. Áναλογßσου üτι, μετÜ απü λßγο, το ßδιο τÝλος περιμÝνει κι εσÝνα. ΣοβαρÝψου και κÜνε το θÜνατο του Üλλου αφορμÞ για δικÞ σου ανÜνηψη. ΣταμÜτησε να ζεις αδιÜφορα. ΣκÝψου, τι Ýχεις εσý μÝχρι τü­τε κÜνει. Διüρθωσε τα λÜθη σου, Üλλαξε τη ζωÞ σου.
Áυτü ακριβþς εßναι εκεßνο που ξεχωρßζει τους χριστια­νοýς απü τους Üπιστους. Áλλιþς κρßνουν οι χριστιανοß τα πρÜγματα. Ο Üπιστος κυττÜζει τον ουρανü και τον προ­σκυνÜει, γιατß νομßζει üτι ο ουρανüς εßναι ο Θεüς. ΣτρÝφεται ýστερα στη γη και τη λατρεýει σαν Θεü, θαυμÜζο­ντας ü,τι υλικü υπÜρχει επÜνω της.
Οι χριστιανοß üμως δεν κÜνουν το ßδιο. ΒλÝπουν τον ουρανü και δοξÜζουν τον Δημιουργü του. Γιατß πιστεýουν üτι ο ουρανüς εßναι δημιοýργημα και üχι Θεüς. Η θÝα της δημιουργßας χειραγωγεß τον πιστü προς τον Δημιουργü της. Ο Üπιστος βλÝπει τον πλοýτο και τα επßγεια αγαθÜ και σα­γηνεýεται. ΒλÝπει κι ο χριστιανüς τον πλοýτο και τον πε­ριφρονεß. Εßναι ο Üπιστος φτωχüς και οδýρεται. Ζει φτω­χικÜ ο χριστιανüς και χαßρεται. ΔιαφορετικÜ λοιπüν βλÝ­πει ο χριστιανüς τα πρÜγματα κι αλλιþς ο Üπιστος.
Το ßδιο ακριβþς συμβαßνει και με το θÜνατο. ΒλÝ­πει τον νεκρü ο Üπιστος και τον θεωρεß οριστικÜ χαμÝ­νο. Τον βλÝπει κι ο χριστιανüς και τον θεωρεß, σαν να βρßσκεται αυτüς σε βαθý ýπνο. Συμβαßνει και στην πε­ρßπτωση του θανÜτου ü,τι γßνεται και με τα γρÜμματα. Ολοι Ýχουμε τα ßδια μÜτια και βλÝπουμε τα διÜφορα ψη­φßα. Εκεßνοι που ξÝρουν να διαβÜζουν, εισπρÜττουν το μÞνυμα που φÝρουν μÝσα τους, καθþς διαβÜζονται τα γρÜμματα. Οσοι üμως δεν ξÝρουν να διαβÜζουν, βλÝ­πουν βÝβαια τα γρÜμματα, αλλÜ δεν παßρνουν κανÝνα μÞνυμα απü την ýπαρξÞ τους.
ΚÜτι ανÜλογο συμβαßνει και στη ζωÞ μας. Με τα ßδια μÜτια βλÝπουμε τα γεγονüτα, αλλÜ üχι και με το ßδιο πι­στεýω. Εφüσον λοιπüν διαφÝρουμε ως χριστιανοß απü τους Üπιστους, πþς εßναι δυνατüν να συμπεριφερüμαστε κατÜ τον ßδιο τρüπο μ' αυτοýς, üταν συμβεß να φýγει κÜ­ποιος δικüς μας απü αυτÞ εδþ τη ζωÞ;

3. Áναλογßσου, αγαπητÝ μου, για ποιο λüγο Ýφυ­γε ο Üνθρωπüς σου απü αυτÞ εδþ τη ζωÞ και παρηγορÞσου. Áυτüς τþρα βρßσκεται μαζß με τον Áπüστολο Παýλο, με τον Áπüστολο ΠÝτρο, με το χορü üλων των Áγßων. Áναλογßσου πως αυτüς θα αναστηθεß με μεγÜ­λη δüξα και λαμπρüτητα. Με τα κλÜματα και τους οδυρμοýς δεν μπορεßς να αλλÜξεις τßποτε απ' üσα Ýχουν Þδη γßνει. Áντßθετα, θα κÜνεις μεγÜλο κακü στον εαυτü σου. ΣκÝψου, σε ποιους μοιÜζεις με τα κλÜματα και τα μοι­ρολüγια σου. Μη γßνεσαι κοινωνüς της αμαρτßας των απß­στων. Ποιοýς μιμεßσαι με τους οδυρμοýς σου; Ποιοýς Ü­ραγε ζηλεýεις; Áσφαλþς τους Üπιστους. Áυτοýς που δεν Ýχουν ελπßδα, καθþς εßπε και ο Áπüστολος Παýλος: «Για να μη λυπÜστε, üπως εκεßνοι που δεν Ýχουν ελπßδα». Πρüσεξε, τι ακριβþς θÝλει να πει ο Áπüστολος. Δεν εßπε εκεßνοι που δεν Ýχουν ελπßδα για ανÜσταση, αλλÜ «αυτοß που δεν Ýχουν ελπßδα». Γιατß αυτüς που δεν ελπßζει στη μÝλλουσα Κρßση, δεν Ýχει καμιÜ ελπßδα. Áυτüς δεν γνω­ρßζει üτι υπÜρχει Θεüς, οýτε συνειδητοποιεß τη ματαιü­τητα αυτοý εδþ του κüσμου. Áυτüς δεν πιστεýει στην Θεßα Πρüνοια, η Οποßα επιβλÝπει και φροντßζει πÜντο­τε και διαρκþς για üλους και üλα.
Áυτüς βÝβαια που δεν γνωρßζει και δεν πιστεýει στον Θεü, εßναι πιο ανüητος και απü θηρßο, εφüσον Ýχει πετÜξει απü μÝσα του κÜθε ιερü και üσιο. Γιατß, üποιος δεν περιμÝνει üτι θα λογοδοτÞσει για τα Ýργα του, αυτüς δεν νοιÜζεται ν' αποκτÞσει και την αρετÞ· κι οýτε βÝβαια ενδιαφÝρεται να αποβÜλει την κακßα.
Áς αποφεýγουμε λοιπüν να μοιÜζουμε στη συ­μπεριφορÜ με τους Üπιστους. Τþρα πια Ýχουμε κατα­λÜβει το βÜθος των πραγμÜτων. Εχουμε διαπιστþσει πλÝον την ανοησßα και την παραφροσýνη των Üπιστων ανθρþπων, οι οποßοι θρηνοýν και κüπτονται κατ' αυτü τον τρüπο. Γιατß και ο Áπüστολος Παýλος, γι' αυτü το λüγο σου Ýφερε τους Üπιστους ως παρÜδειγμα. Σου τους ανÝφερε ακριβþς, για να δεις σε ποιο λÜθος πÝφτεις, με το να τους μιμεßσαι στη συμπεριφορÜ. Να φροντßζεις λοι­πüν, να αποφεýγεις τη συμφωνßα μαζß τους και να επανÝλθεις στη δικÞ σου, τη χριστιανικÞ ευγÝνεια.
ÁυτÝς τις αναφορÝς τις κÜνει συχνÜ και σε Üλλες περιπτþσεις ο απüστολος Παýλος. Γιατß θÝλει να μας δεßξει με ποιους μοιÜζουμε στη συμπεριφορÜ, þστε να ντραποýμε απü τα χÜλια μας και να αποφεýγουμε πλÝ­ον να ομοιωνüμαστε στην αμαρτßα με τους Üπιστους.
ΓρÜφοντας λοιπüν ο απüστολος Παýλος προς τους Θεσσαλονικεßς, Ýλεγε: «ΚαθÝνας να συγκρατεß το σþμα του και να το διατηρεß αγιασμÝνο και τιμημÝνο. Να μη γινüσαστε αιχμÜλωτοι του πÜθους της ατιμßας, üπως κÜ­νουν οι ειδωλολÜτρες, που δεν γνωρßζουν τον Θεü» (Á' Θεσ. 4, 4-5). Και πÜλι: «Να μη ζεßτε üπως οι ειδωλολÜτρες, που συμπε­ριφÝρονται σýμφωνα με τη ματαιüτητα του λογισμοý τους» (Εφεσ. 4, 17).
ΚατÜ τον ßδιο τρüπο, γρÜφει και σ' αυτÞ την περß­πτωση ο Áπüστολος και λÝει: «Δεν θÝλω να αγνοεßτε, αδελφοß μου, üσα Ýχουν σχÝση μ' εκεßνους που Ýχουν κοιμηθεß, για να μη λυπÜσθε, üπως οι Üλλοι που δεν Ýχουν ελπßδα». Γιατß δεν εßναι τα ßδια τα γεγονüτα που μας κÜ­νουν να λυπüμαστε, αλλÜ η προαßρεσÞ μας. Δεν εßναι ο θÜνατος του ανθρþπου που Ýφυγε, αλλÜ η αδυναμßα αυ­τþν που εßναι στη ζωÞ και θρηνοýν.
Τον πιστü λοιπüν Üνθρωπο, κανÝνα απü τα γεγο­νüτα αυτÞς της ζωÞς δεν μπορεß να τον λυπÞσει υπερβολι­κÜ. Áντßθετα, ο χριστιανüς διαφÝρει απü τον Üπιστο και σ' αυτÞ ακüμη τη ζωÞ. Γιατß ο χριστιανüς, στηριγμÝνος στην ελπßδα των μελλüντων, απολαμβÜνει απü τþρα τους καρποýς της πßστης του στον Χριστü, που εßναι η απÝ­ραντη χαρÜ και η διαρκÞς ευφροσýνη. Γι' αυτü και ο απü­στολος Παýλος λÝει: «Να χαßρεστε με τη χαρÜ του Κυρßου, πÜντοτε» (Φιλιπ. 4, 4). Ωστε λοιπüν, δεν εßναι λßγη η αμοιβÞ που Ýχουμε δεχθεß και πριν απü την ανÜσταση. Εχουμε λÜβει τη δωρεÜ, þστε να μη μας καταβÜλλει κανÝνα κακü απ' üσα μας συμβαßνουν, αλλÜ η ελπßδα των μελλüντων αγαθþν, να γεμßζει την ψυχÞ μας παρηγοριÜ.
Οπως εμεßς κερδßζουμε και σ' αυτÞ τη ζωÞ και στην Üλλη, Ýτσι και οι Üπιστοι ζημιþνονται και τþρα, αλλÜ και μετÜ την Ýξοδü τους απü αυτÞ τη ζωÞ. Και εδþ δηλαδÞ καταβÜλλονται απ' üσα λυπηρÜ τους συμβαßνουν, αλλÜ και μετÜ το θÜνατο θα τιμωρηθοýν, εξαιτßας της απιστßας τους στην ανÜσταση.
Θα πρÝπει λοιπüν, να ευχαριστοýμε τον Θεü, üχι μονÜχα γιατß θα αναστηθοýμε, αλλÜ και για την ßδια την ελπßδα της ανÜστασης, η οποßα παρηγορεß την πονεμÝνη ψυχÞ και την ενισχýει να προσδοκÜ την ανÜσταση και τη συνÜντηση μ' εκεßνους που Ýχουν Þδη φýγει απ' αυτÞν εδþ τη ζωÞ.
Áν πρÝπει για κÜποιους να πονÜμε και να πεν­θοýμε, αυτü πρÝπει να γßνεται για εκεßνους που ζουν στην αμαρτßα και üχι για εκεßνους που Ýφυγαν απ' αυτÞ τη ζωÞ.
Áυτü κÜνει και ο απüστολος Παýλος, üταν γρÜφει στους Κορινθßους και λÝει: «ΜÞπως, üταν Ýλθω εκεß, με ταπεινþσει ο Θεüς και πενθÞσω πολλοýς» (Β' Κορ. 12, 21). Δεν εßπε, θα πενθÞσω αυτοýς που Ýφυγαν απü τη ζωÞ, αλλÜ αυτοýς που αμÜρτησαν και δεν Ýχουν μετανοÞσει για ü,τι Ýχουν κÜνει.
Áυτοýς πρÝπει να κλαßμε. Ετσι συμβουλεýει και ο σοφüς Σολομþντας και λÝει: «ΚλÜψε τον νεκρü που Ýχασε το φως του Þλιου. ΚλÜψε üμως και τον ανüητο, γιατß Ýχασε τη σýνεση» (Εκκλησ. 22, 10). ΚλÜψε λßγο για εκεßνον που Ýφυγε. Γιατß εκεßνος Ýχει πλÝον αναπαυθεß. Του ασýνετου üμως ανθρþπου η ζωÞ, εßναι χειρüτερη απü το θÜνατο. Και αν, αυτüς που Ýχει χÜσει τη σýνεση εßναι Üξιος θρÞνων, τß θÜ 'πρεπε να κÜνει κανεßς για εκεßνον που Ýχει στερηθεß κÜ­θε αρετÞ και Ýχει εκπÝσει απü την ελπßδα στον Θεü;
Áυτοýς εμεßς πρÝπει να πενθοýμε. Γιατß αυτü το πÝνθος Ýχει αξßα. Áυτοýς πολλÝς φορÝς, με το να τους κλαßμε σαν χαμÝνους, τους διορθþνουμε. Το να θρηνοý­με üμως γι' αυτοýς που Ýχουν φýγει απü αυτÞ τη ζωÞ, εßναι εντελþς ανüητο και βλαβερü.
Áς μην αντιστρÝφουμε λοιπüν τα πρÜγματα, αλλÜ ας κλαßμε μονÜχα για την αμαρτßα. Ολα τ' Üλλα, εßτε εßναι φτþχεια, εßτε αρρþστια, εßτε πρüωρος θÜνατος, εßτε κÜποια προσβολÞ Þ συκοφαντßα που μας Ýγινε, εßτε ο,τιδÞποτε Üλλο κακü, απü αυτÜ που μας συμβαßνουν σ' αυτÞ τη ζωÞ, να τα υπομÝνουμε με γενναιüτητα. Γιατß, αυτÝς οι συμφορÝς, αν τις αξιοποιÞσουμε, γßνονται αφορμÞ για περισσüτερα στεφÜνια.

4. Θα μποροýσες ßσως να ρωτÞσεις: Πþς μπορεß να εßναι κανεßς Üνθρωπος και να μην πονÜει; Εγþ üμως θα σου απαντÞσω το αντßθετο. Πþς μπορεß να εßναι κα­νεßς Üνθρωπος και να πονÜει, τη στιγμÞ που Ýχει τιμη­θεß απü τον Θεü με το νου και τη λογικÞ, και παρÜλλη­λα, με την ελπßδα των μελλüντων αγαθþν;
Ισως να με ξαναρωτÞσεις. ΥπÜρχει κανεßς που δεν Ýχει κυριευθεß απü αυτü το πÜθος; Σου απαντþ: ΥπÜρ­χουν και μÜλιστα πολλοß. ΥπÜρχουν παντοý στον κüσμο, και ανÜμεσα σ' üσους βρισκüμαστε τþρα στη ζωÞ, αλλÜ και μεταξý των προγüνων μας. Áκουσε, για παρÜδειγ­μα, τι εßπε ο Ιþβ, üταν Ýφυγαν απ' αυτÞ τη ζωÞ üλα τα παιδιÜ του: «Ο Κýριος μου τα Ýδωσε, ο Κýριος και τα πÞρε. Οπως θεþρησε ο Κýριος καλü, Ýτσι και Ýγινε. Áς εßναι το ¼νομα του Κυρßου ευλογημÝνο» (Ιþβ 1, 21).
Εßναι βÝβαια, αξιοθαýμαστα αυτÜ και μüνο που τα ακοýει κανεßς. Áν üμως σταθεßς με προσοχÞ και τα με­λετÞσεις, τüτε θα δεις καθαρüτερα το θαýμα. Áναλογßσου üτι δεν του πÞρε τα μισÜ παιδιÜ και του Üφησε τα υπü­λοιπα, οýτε του πÞρε τα περισσüτερα και του Üφησε τα λιγüτερα. Τρýγησε ο διÜβολος üλο τον καρπü, αλλÜ δεν ξÝκανε το δÝντρο. Εριξε πÜνω του üλη τη φουρτουνιασμÝνη θÜλασσα, αλλÜ το σκÜφος δεν το καταπüντισε. Εβαλε üλη τη δýναμÞ του, αλλÜ δεν γκρÝμισε τον πýρ­γο. ¸μεινε üρθιος ο Ιþβ, αν και δεχüταν απü παντοý χτυ­πÞματα. Εμεινε ασÜλευτος, αν και χιλιÜδες βÝλη Ýπεφταν καταπÜνω του. ΧτυπÞθηκε απü παντοý, μα εκεßνος δεν πληγþθηκε. Τα βÝλη ρßχνονταν βροχÞ, αλλÜ αυτüν κα­θüλου δεν τον εýρισκαν.
Áναλογßσου, πüσο βαρý πρÜγμα εßναι να δει κα­νεßς να φεýγουν απü τη ζωÞ üλα τα παιδιÜ του μαζß! Τß να πρωτοαντιμετþπιζε ο Ιþβ; Το üτι Ýφυγαν τα παιδιÜ του Þ το üτι αρπÜχθηκαν üλα μαζß, σε μια ημÝρα; Τß να πρωτοαντÝξει Ýνας πατÝρας; Το üτι Þταν üλα τα παιδιÜ στο Üνθος της ηλικßας τους Þ το üτι üλα Þταν καλüγνω­μα και ενÜρετα; Πþς να ερμηνεýσει τον τρüπο με τον οποßο Ýφυγαν αυτÜ απü τη ζωÞ; Πþς να κατασιγÜσει τη φλογερÞ αγÜπη που Ýτρεφε για το καθÝνα; Πþς να φι­μþσει τη φιλüστοργη, πατρικÞ καρδιÜ του, αυτÞ που Þταν και η μεγαλýτερη πληγÞ του; Γιατß, αν χÜσει Ýνας γονιüς τα αμαρτωλÜ και κακüτροπα παιδιÜ του, ασφαλþς πλη­γþνεται και πονÜει, αλλÜ üχι υπÝρμετρα. Γιατß η κακßα των παιδιþν μειþνει την Ýνταση της οδýνης του πατÝρα. Οταν üμως τα παιδιÜ εßναι φιλüστοργα και ενÜρετα, το τραýμα του γονιοý γßνεται βαθýτερο, η μνÞμη τους μÝ­νει αξÝχαστη, η συμφορÜ του απαρÜκλητη. Τüτε, το δη­λητηριασμÝνο κεντρß γßνεται διπλü. Áπü τη μια μεριÜ πο­νÜει ο πατÝρας, εξαιτßας της φυσικÞς φιλοτεκνßας και απü την Üλλη, θρηνεß για την αρετÞ και τη σωφροσýνη των παιδιþν του.
Ο Ιþβ, σαν καλüς πατÝρας, φρüντιζε να προσφÝ­ρει κÜθε πρωß θυσßες για τα παιδιÜ του. Γιατß φοβüταν και ανησυχοýσε για τις ενδεχüμενες, κρυφÝς αμαρτßες τους. Τßποτα δεν αγαποýσε ο Ιþβ περισσüτερο απü τα παιδιÜ του. Áυτü σαφþς εßναι δεßγμα, üχι μονÜχα της αρετÞς των παιδιþν, αλλÜ και της φιλοστοργßας του πα­τÝρα. Γι’ αυτü λοιπüν, αφοý και αυτüς Þταν τüσο φιλüστοργος και αγαποýσε και ως πατÝρας τα παιδιÜ του, αλλÜ και τα φρüντιζε λüγω της αρετÞς τους, η φωτιÜ και ο καûμüς της ÝλλειψÞς τους Þταν τριπλüς.
Áν τα παιδιÜ Ýφευγαν σε διαφορετικü χρüνο το καθÝνα, πÜλι κÜπως θα εýρισκε ο Ιþβ παρηγοριÜ. Γιατß αυτÜ ποý θÜ 'μεναν πßσω, θα ανακοýφιζαν τη λýπη και τη στÝρηση εκεßνων που Ýφυγαν. Οταν üμως φεýγουν üλα μαζß, ποý να γυρßσει και ποιüν να δει ο πολýτεκνος Ιþβ, εκεßνος που σε μια στιγμÞ Ýγινε Üτεκνος;
Μαζß με τις Üλλες συμφορÝς üμως, Ýπεσε και αυτÞ. ÁρπÜχτηκαν σε μια στιγμÞ κι Ýφυγαν üλα τα παιδιÜ μαζß. ¼ταν φεýγει κανεßς σε διÜστημα λßγων ημερþν, üλοι οι συγγενεßς και οι φßλοι θρηνοýν απαρηγüρητα την ÝλλειψÞ του. Πüσο περισσüτερο üμως θα πüνεσε ο Ιþβ, ο οποßος τα Ýχασε üλα μαζß, üχι σε λßγες μÝρες, αλλÜ σε μια στιγμÞ; Για τα γεγονüτα που κανεßς Ýχει χρüνο να τα σκεφθεß και να τα αντιμετωπßσει με το λογικü του, Ýχει τη δυνατüτη­τα, üσο δýσκολα κι αν αυτÜ εßναι, να προετοιμÜσει τον εαυτü του ψυχικÜ και να τα σηκþσει πιο εýκολα. ΚÜτι üμως που απü μüνο του εßναι τüσο βαρý, φανταστεßτε πüσο πιο ασÞκωτο γßνεται, üταν σ' αυτü το βÜρος προστεθεß και το ξαφνικü και το απροσδüκητο. Εκεßνο πια γßνεται αφüρητο και ξεπερνÜ κÜθε üριο της ανθρþπινης λογικÞς.
Θα προσθÝσω ακüμα και κÜτι βαρýτερο. Ολα τα παιδιÜ του Ιþβ Þταν νÝα, πÜνω στο Üνθος της ηλικßας τους. Γνωρßζετε, ασφαλþς, τι βÜρος και τι συμφορÜ εßναι ο πρüωρος θÜνατος και πüσο διαφορετικü κÜνει το πÝνθος. Και για τα παιδιÜ του Ιþβ, ο θÜνατος δεν Þταν μü­νο πρüωρος, αλλÜ και βßαιος, κÜτι που εßναι σßγουρα βα­ρýτερο. Γιατß αυτÜ δεν Ýφυγαν απü το κρεββÜτι που κοßτονταν Üρρωστα, αλλÜ καταπλακþθηκαν απü το σπßτι που γκρεμßστηκε.
Για σκÝψου λοιπüν, σε τι κατÜσταση βρισκüταν εκεß­νος ο πατÝρας, την þρα που Ýσκαβε στα χαλÜσματα και τραβοýσε Ýνα μÝλος κÜποιου παιδιοý του! Για αναλογßσου τον, να ανασýρει Ýνα χÝρι που ακüμα κρατοýσε το μπου­κÜλι Þ Ýνα Üλλο, που Þταν απλωμÝνο προς το πιÜτο. Για φαντÜσου εκεßνον τον πατÝρα, που Ýβλεπε λιωμÝνα τα σþματα των παιδιþν του, που ατÝνιζε σπασμÝνο το κε­φÜλι Þ τη μýτη, βγαλμÝνα τα μÜτια, χυμÝνα τα μυαλÜ και γενικÜ, τα πÜντα τüσο κακοποιημÝνα, þστε να μην εßναι σε θÝση να τα αναγνωρßσει απ' τη μορφÞ τους, ακü­μα κι αυτüς ο ßδιος ο πατÝρας τους!
ΣυγκλονιστÞκατε, καθþς τ' ακοýτε üλα αυτÜ και γÝ­μισαν τα μÜτια σας δÜκρυα; Σκεφθεßτε λοιπüν, τι Üνθρωπος Þταν εκεßνος ο πατÝρας, που Üντεχε να τα βλÝπει üλα αυτÜ! Áν εμεßς, μετÜ απü τüσους αιþνες, δεν αντÝχουμε οýτε να τ' ακοýμε üλα αυτÜ, παρüλο που δεν Ýχουν καμιÜ σχÝση με εμÜς και τη ζωÞ μας, τι διαμÜντι Þταν εκεßνος ο Üνθρωπος! Πþς μποροýσε να τα βλÝπει και να τα ζει üλα αυτÜ; Και πþς αντιμετþπισε με τüση πßστη και σýνεση üχι τις ξÝνες, αλλÜ τις δικÝς του συμφορÝς;
Ο Ιþβ üμως οýτε απελπßστηκε, οýτε εßπε: Τß Üραγε να σημαßνουν üλα αυτÜ; ÁυτÞ εßναι η αμοιβÞ μου για την καλοσýνη μου; Γι' αυτü εγþ εßχα συνεχþς ανοιχτü το σπßτι μου στους ξÝνους, για να δω αυτü το σπßτι να γßνε­ται ο τÜφος των παιδιþν μου; Γι' αυτü εγþ τους δßδαξα την αρετÞ και το σωστü τρüπο ζωÞς, για να χαθοýν τþρα με τÝτοιο θÜνατο;
Τßποτε üμως απ' üλα αυτÜ δεν εßπε ο Ιþβ. Τßποτε απ' üλα αυτÜ δεν σκÝφθηκε. Τα υπÝμεινε üλα με γεν­ναιüτητα, αν και üλα τÜ 'χασε, μετÜ απü τüση αρετÞ και τÝτοια φροντßδα. Εμοιαζε ο Ιþβ σαν εκεßνο τον μεταλ­λουργü που λιþνει χρυσü και φτιÜχνει ανδριÜντες. Ετσι αυτüς παιδαγωγοýσε κι Ýπλαθε τις ψυχÝς των παιδιþν του, στολßζοντÜς τες με μýριες καλωσýνες κι αρετÝς.
Εμοιαζε ακüμα ο Ιþβ με τον φιλüπονο εκεßνον γεωργü, ο οποßος ποτßζει τα φυτþρια με τους φοßνικες και τα ελιüδεντρα, τα περιποιεßται και τα περιβÜλλει με φρÜ­χτες. Ετσι Ýκανε κι αυτüς. Φρüντιζε του κÜθε παιδιοý του την ψυχÞ, σαν να 'ταν ελιÜ καρποφüρα, þστε με την πε­ριποßηση να της αυξÞσει την καρποφορßα της αρετÞς.
Εßδε üμως ο Ιþβ, σε μια στιγμÞ, üλα τα φυτÜ του ξεριζωμÝνα απü την επßθεση του εχθροý και πεταμÝνα κÜ­τω στο χþμα. ΥπÝμεινε üμως τον τραγικü ξεριζωμü τους, χωρßς να ξεστομßσει κÜτι βλÜσφημο ενÜντια στο Θεü. Áντßθετα, Τον ευχαριστοýσε και Τον δοξολογοýσε, δßνοντας Ýτσι θανÜσιμο πλÞγμα στον Πονηρü.

5. Μπορεß ßσως κÜποιος να πει: Ναß, αλλÜ ο Ιþβ εßχε πολλÜ παιδιÜ, ενþ ο Üλλος Ýχει χÜσει το μονÜκριβü του. Συμφωνþ μ' αυτü. ΠρÝπει üμως να ξÝρεις üτι του Ιþβ το πÝνθος εßναι πολý βαρýτερο. Γιατß, ποιü Þταν, αλÞθεια, το üφελος απü την πολυτεκνßα του; ΔÝχτηκε πολλαπλÝς συμφορÝς. ΧτυπÞθηκε τüσες φορÝς, üσα Þταν και τα παιδιÜ του. Γι' αυτü ακριβþς Þταν μεγαλýτερη η συμφορÜ και πικρüτερη η οδýνη του.
ΘÝλεις üμως να σου μιλÞσω και για κÜποιον Üλλο που εßχε κι αυτüς Ýνα μονÜκριβο παιδß κι επÝδειξε την ßδια, για να μην πω και μεγαλýτερη ανδρεßα, απü εκεßνη του Ιþβ; Áναλογßσου τον πατριÜρχη ÁβραÜμ, ο οποßος δεν εßδε τον ΙσαÜκ πεθαμÝνο, αλλÜ του συνÝβη κÜτι χει­ρüτερο και πιο οδυνηρü. ΠÞρε εντολÞ απü τον Θεü να σφÜξει ο ßδιος το παιδß του! Κι ο ÁβραÜμ δεν αντιλüγισε, δεν οργßστηκε κατÜ του Θεοý και οýτε πÜλι Του εßπε κÜτι σαν κι αυτü: Γι' αυτü λοιπüν επÝτρεψες, ΘεÝ μου, να γßνω πατÝρας; Για να με κÜνεις τþρα παιδοκτüνο; Κα­λýτερα θα Þταν να μη μου τον εßχες καθüλου χαρßσει απ' την αρχÞ τον ΙσαÜκ, παρÜ τþρα που μου τον Ýδωσες, να μου τον πÜρεις, και μÜλιστα, με τÝτοιο τρüπο. ΘÝλεις τþρα να τον πÜρεις; Áς εßναι. Γιατß üμως με βÜζεις να τον σκοτþσω εγþ και να μολýνω το χÝρι μου με το αßμα του παιδιοý μου; Εσý δεν Þσουν Εκεßνος που μου εßχες υποσχεθεß üτι απü τους απογüνους αυτοý του παιδιοý θα γÝμιζες την οικουμÝνη απü την γενιÜ μου; Πþς λοι­πüν τþρα θα δþσεις τους καρποýς, αφοý Ýδωσες εντολÞ να καταστραφεß η ρßζα; Πþς πÜλι μου υπüσχεσαι απο­γüνους, αφοý τþρα προστÜζεις να σφÜξω με τα χÝρια μου το παιδß μου; Πüτε Üλλοτε Ýγινε και πüτε ακοýστηκε κÜ­τι παρüμοιο στον κüσμο; ΜÞπως δεν Ýχω καταλÜβει κα­λÜ τοýτη την προσταγÞ Þ μÞπως Ýχω χÜσει πια τα λογι­κÜ μου;
Δεν εßπε üμως τßποτα τÝτοιο ο ÁβραÜμ, οýτε καν που πÝρασε κÜτι τÝτοιο απ' το μυαλü του. Δεν αντιμßλησε σ' Εκεßνον που Ýδινε την εντολÞ, οýτε πÜλι Του ζÞτη­σε γι' αυτÞν ευθýνες. Áντßθετα, μüλις πÞρε το πρüσταγμα που Ýλεγε «πÜρε το παιδß σου το αγαπημÝνο, αυτü που τüσο αγÜπησε η ψυχÞ σου, τον ΙσαÜκ, κι ανÝβασÝ το πÜ­νω στο βουνü που θα σου πω» (Γεν. 22, 2), με τüσο μεγÜλη προ­θυμßα εκπλÞρωσε την εντολÞ, þστε Ýφθασε στο σημεßο να κÜνει περισσüτερα απ' üσα η Θεßα εντολÞ του ζητοýσε. Γιατß, οýτε στη γυναßκα του εßπε τßποτα ο ÁβραÜμ, οýτε στους υπηρÝτες που εßχε μαζß του, αυτοýς μÜλιστα τους ξεγÝλασε και τους Üφησε πßσω. ΠÞρε μονÜχα εκεßνον που προοριζüταν για τη θυσßα, κι ανÝβηκε στο βουνü. Ετσι εφÜρμοσε με üλη την καρδιÜ του ο ÁβραÜμ την εντολÞ του Θεοý.
Áναλογßσου λοιπüν, τι αξιοθαýμαστο που Þταν να μιλÜει μονÜχος του με το παιδß! Και μÜλιστα, üντας μÝσα του τüσο πληγωμÝνος και πονεμÝνος! Η πικραμÝνη στοργÞ του, εκεßνη τη στιγμÞ, θα αναζητοýσε ασφαλþς τρüπο για περισσüτερο Ýντονη Ýκφραση. Κι αυτü, üχι για λßγο, για μια-δυο στιγμÝς, αλλÜ για πολλÝς, συνεχεßς ημÝρες.
ΠρÜγματι, αν ο ÁβραÜμ εκτελοýσε αμÝσως την εν­τολÞ του Θεοý, θα Þταν βÝβαια πολý θαυμαστü πρÜγμα. Το πιο αξιοθαýμαστο üμως δεν Þταν αυτü, αλλÜ τοýτο που θα σας πω στη συνÝχεια: ΒασÜνιζε και γýμναζε την ψυχÞ του για πολλÝς ημÝρες ο ÁβραÜμ, χωρßς να του συμβεß κÜτι, που καθÝνας θÜ 'νιωθε, απÝναντι στο μελλοθÜνατο παιδß του. Γι’ αυτü ακριβþς και ο Θεüς σÞκωσε τον πÞχυ του αθλÞματος, για να απολαýσεις και συ τþρα, Üνθρω­πε, το Üθλημα του μεγÜλου αυτοý ανθρþπου.
Ηταν, στ' αλÞθεια, αθλητÞς ο ÁβραÜμ. Γιατß δεν πÜλεψε με Üνθρωπο, αλλÜ με την ßδια, την τυραννικÞ εξουσßα της φýσης. ΠοιÜ λüγια θα μποροýσαν, πραγμα­τικÜ, να παραστÞσουν την ανδρεßα του; ÁνÝβασε στο βωμü το παιδß, το Ýδεσε χειροπüδαρα, το Ýβαλε πÜνω στα στοιβαγμÝνα ξýλα και Üρπαξε το μαχαßρι, Ýτοιμος για να δþσει σε μßα στιγμÞ το χτýπημα.
Πþς να το πω; Δεν ξÝρω με ποιüν τρüπο να το ι­στορÞσω. ΜονÜχα εκεßνος που τα Ýκανε üλα αυτÜ, μο­νÜχα αυτüς γνωρßζει τα καθÝκαστα. Γιατß, ποτÝ και κα­νÝνας λüγος, δεν θα μπορÝσει να παραστÞσει πως Ýγινε και δεν ξερÜθηκε το χÝρι του. Πως δεν παρÝλυσαν τα νεýρα του. Πως δεν συγκλονßστηκε απü το Üκακο βλÝμ­μα του χιλιοαγαπημÝνου μοναχογιοý του.
Θα Üξιζε üμως εδþ να θαυμÜσουμε και τον ΙσαÜκ. Γιατß κι εκεßνος, üπως κι ο πατÝρας του, ο ÁβραÜμ, υπÜ­κουσε στον Θεü. Οπως ο ÁβραÜμ, üταν πÞρε απü τον Θεü την εντολÞ, δεν ζÞτησε το λüγο, δεν ρþτησε την αιτßα που Ýκανε τον Θεü να δþσει Ýνα τÝτοιο πρüσταγμα, Ýτσι Ýκανε και ο ΙσαÜκ. Οταν τον Ýδεσε ο πατÝρας του και τον ανÝβασε στο βωμü, δεν εßπε: Γιατß το κÜνεις αυτü, πατÝρα μου; Áντßθετα, Ýσκυψε υποτακτικÜ τον αυχÝνα στο χÝρι το πατρικü.
Ετσι μποροýσε κανεßς να δει τον πατÝρα συγχρü­νως και ιερÝα. Και να προσφÝρεται παρÜλληλα αναßμα­κτη θυσßα, ως ολοκαýτωμα, αλλÜ χωρßς φωτιÜ. Θυσßα που προτýπωνε, με εκεßνο που γινüταν πÜνω στο βωμü, το θÜνατο και την ανÜσταση των νεκρþν. Γιατß ο Áβρα­Üμ και Ýσφαξε, αλλÜ συγχρüνως, δεν Ýσφαξε το παιδß του. Δεν το Ýσφαξε με το χÝρι, αλλÜ με την προθυμßα που Ýδειξε στην εκτÝλεση της εντολÞς του Θεοý. Και ο Θεüς βÝβαια γι' αυτü του Ýδωσε μια τÝτοια εντολÞ, üχι γιατß Þταν θÝλημÜ Του να χυθεß αßμα, αλλÜ επειδÞ Þθε­λε να δεßξει σε σÝνα, ÜνθρωπÝ μου, τη διÜθεση του πατριÜρχη. ΕπειδÞ Þθελε να κÜνει γνωστü σ' ολüκληρη την οικουμÝνη εκεßνον τον γενναßο Üνθρωπο.
Ετσι διδÜσκει κι εμÜς, τους μεταγενÝστερους, üτι πρÝπει καθÝνας μας να προτιμÜει να εκτελεß τις εντολÝς του Θεοý, περισσüτερο και απü αυτÜ τα ßδια τα παιδιÜ του· περισσüτερο και απü τη φýση και απü üλα τα υπÜρ­χοντÜ του, αλλÜ και απü αυτÞ ακüμα τη ζωÞ του.
ΚατÝβηκε Ýτσι ο ÁβραÜμ απü το βουνü, Ýχοντας ζωντανü τον μÜρτυρα γιο του ΙσαÜκ.
ΛÝγε μου τþρα, που θα βροýμε εμεßς Ýλεος! Τß απο­λογßα θα δþσουμε εμεßς στον Θεü που, ενþ Ýχουμε δει εκεßνον τον γενναßο ÁβραÜμ να υπακοýει τüσο πρüθυ­μα στον Θεü και να Του τα δßνει üλα για üλα, δυσφοροýμε και αντιδροýμε για ü,τι μας βρßσκει στη ζωÞ;
Μη μου μιλÞσεις για πÝνθος Þ για βαριÜ συμφο­ρÜ. Τοýτο μüνο να προσÝξεις καλÜ, üτι δηλαδÞ üλο αυτü το βαρý χτýπημα το ξεπÝρασε ο ÁβραÜμ. ¹ταν αρκετÞ, και μüνο η εντολÞ του Θεοý, να τον φÝρει σε πολý δý­σκολη θÝση και να κλονßσει την πßστη του σ' Áυτüν. Γιατß ποιüς Üλλος στ' αλÞθεια θα εξακολουθοýσε, μετÜ απü μια τÝτοια εντολÞ, να πιστεýει üτι δεν τον εßχε ξεγελÜσει ο Θεüς, μ' üσα του εßχε υποσχεθεß, με το πλÞθος δηλαδÞ των απογüνων που θ' αποκτοýσε; Ο ÁβραÜμ üμως κα­θüλου δεν σκÝφθηκε κÜτι τÝτοιο για τον Θεü.
Ο Ιþβ, επßσης, επÝδειξε την ßδια πßστη κατÜ την þρα της συμφορÜς του. Και γι' αυτü εδþ, κυρßως, πρÝπει κανεßς να τον θαυμÜζει: ΜετÜ απü τüση αρετÞ, με­τÜ απü τüσες φιλανθρωπßες και ελεημοσýνες και χωρßς, τüσο η δικÞ του συνεßδηση, üσο και των παιδιþν του, να βαρýνεται για κÜτι πονηρü, üταν εßδε την παρÜδοξη, απροσδüκητη και υπÝρμετρη συμφορÜ -συμφορÜ που ποτÝ και σε κανÝναν απü τους μεγαλýτερους κακοýργους δεν εßχε συμβεß- δεν αντÝδρασε, üπως θα αντιδροýσε καθÝνας απü μας. Δεν θεþρησε üτι Üσκοπα και ανþφε­λα ζοýσε ενÜρετη ζωÞ, οýτε εßπε πως Þταν λÜθος και πως Þταν ανυπüστατα üλα εκεßνα που πριν πßστευε.
Γι' αυτÜ λοιπüν πρÝπει και τους δυο αυτοýς να τους θαυμÜζουμε, να τους ζηλεýουμε και να μιμοýμαστε την αρετÞ τους.
Και ας μη μου πει κανεßς üτι αυτοß οι δυο Þταν κÜ­τι το εξαιρετικü· πως Þταν και οι δυο τους μεγÜλοι και αξιοθαýμαστοι. Γιατß κι εγþ θα του απαντÞσω: Áπü μας τþρα, που ζοýμε στην εποχÞ της ΚαινÞς ΔιαθÞκης, πρÝ­πει να περιμÝνει κανεßς μεγαλýτερη πßστη, παρÜ απü εκεßνους που Ýζησαν παλιüτερα, στην εποχÞ της Παλαι­Üς ΔιαθÞκης. Γιατß ο Χριστüς μας εßπε: «Áν δεν ξεπε­ρÜσετε στη δικαιοσýνη τους Γραμματεßς και τους Φαρισαßους, δεν θα εισÝλθετε στη Βασιλεßα των ουρανþν» (Ματθ. 5, 20).
Áς σωφρονιστοýμε λοιπüν κι ας Ýλθουμε στα συ­γκαλÜ μας. Áς αναλογιστοýμε üλα, üσα Ýχουν ειπωθεß μÝχρι τþρα για την ανÜσταση των νεκρþν και üλα, üσα Ýχουν σχÝση, με αυτοýς τους αγßους ανθρþπους. Áς τα υπενθυμßζουμε üλα αυτÜ συνεχþς στις ψυχÝς μας. Áς τα διατηροýμε μÝσα μας, üχι μονÜχα κατÜ τον καιρü του πÝνθους, αλλÜ και üταν δεν μας βαραßνει κÜποιος ιδιαßτερος ψυχικüς πüνος Þ πειρασμüς.
Áυτüς ακριβþς Þταν κι ο λüγος που Ýκανε κι εμÝ­να σÞμερα να σας μιλÞσω γι' αυτü το θÝμα —παρüλο που δεν βρισκüμαστε αυτÞ τη στιγμÞ σε κατÜσταση ολιγοψυχßας— þστε, αν κÜποτε σας βρει μια τÝτοια συμφορÜ, να τα ξαναφÝρετε αυτÜ στο νου σας, για να αντλεßτε απü αυτÜ πολλÞ παρηγοριÜ. Και οι στρατιþτες, üταν υπÜρ­χει ειρÞνη, ασχολοýνται και μελετοýν τα σχετικÜ με τον πüλεμο θÝματα· þστε, üταν Ýρθει η þρα της μÜχης και üταν η περßσταση το απαιτÞσει, να δεßξουν επß τüπου τις γνþσεις και την εμπειρßα τους. Κι Ýτσι να προχωρÞσουν στην εφαρμογÞ üλων αυτþν που Ýμαθαν τον καιρü της ει­ρÞνης.
Κι εμεßς λοιπüν, ας προετοιμÜσουμε για τον εαυ­τü μας, ενüσω ακüμα βρισκüμαστε σε καιρü ειρÞνης, üπλα και φÜρμακα κατÜλληλα για την þρα της πνευματικÞς αναμÝτρησης. Ετσι, αν κηρυχθεß κÜποτε εναντßον μας ο πüλεμος των παθþν Þ η μÜχη του πÝνθους και της οδý­νης Þ ο,τιδÞποτε Üλλο παρüμοιο, να εßμαστε εξοπλισμÝ­νοι κι ολüγυρα καλÜ περιφραγμÝνοι, για να αντιμετω­πßσουμε, με εμπειρßα και επιτυχßα, üλες τις προσβολÝς του Πονηροý.
Áς περιτειχßσουμε ολüγυρα τον εαυτü μας με ορ­θοýς λογισμοýς. Áς αποκτÞσουμε σαν üπλο ισχυρü, τη γνþση του Θεßου θελÞματος. Áς αξιοποιÞσουμε τα πα­ραδεßγματα των γενναßων ανδρþν, τους βßους των πνευματικþν ΠατÝρων και ΔιδασκÜλων μας και ü,τι Üλλο ανÜ­λογο.
Γιατß Ýτσι θα μπορÝσουμε να διανýσουμε και αυτÞ εδþ τη ζωÞ χαροýμενα, αλλÜ και θα αξιωθοýμε να εισÝλθουμε στη Βασιλεßα των ουρανþν, με τη ΧÜρη του Χρι­στοý, στον Οποßο ανÞκει η δüξα και η δýναμη, καθþς και στον ΠατÝρα και στο ¶γιο Πνεýμα, στους αιþνες, των αιþνων. ÁμÞν.


(*) Ρ.G. 48, 1018-1026


(Áπü το βιβλßο «Προσδοκþ ÁνÜσταση Νεκρþν. Η ανÜσταση των νεκρþν κατÜ τους ΠατÝρες», ΣειρÜ Ψηφßδες Φωτüμορφες 5, Εκδüσεις «Ετοιμασßα», ΙερÜ ΜονÞ Τιμßου Προδρüμου ΚαρÝα, 2007)




Σχüλιο «¶λ. ¼ψ»: Η ψηφιακÞ επεξεργασßα Ýγινε προς Δüξαν Θεοý και παρηγορßα ανθρþπων. Ευχαριστοýμε τον φßλο Η. για τις προτÜσεις του.


 
Óõó÷åôéæüìåíïé Óýíäåóìïé
· Ðåñéóóüôåñá ãéá ÈÅÏËÏÃÉÁ
· ÍÝá alopsis


Ðéï äçìïöéëÞò åßäçóç ãéá ÈÅÏËÏÃÉÁ:
Åîïìïëüãçóç êáé Øõ÷ïèåñáðåßá (Ðñùôïðñ. Êùíóôáíôßíïò Óôñáôçãüðïõëïò)


Áîéïëüãçóç Üñèñïõ
ÌÝóïò üñïò ÁîéïëïãÞóåùí: 5
Áñéèìüò ØÞöùí: 4


Ðáñáêáëþ áöéåñþóôå ëßãï ÷ñüíï óôçí áîéïëüãçóç ôïõ Üñèñïõ:

ÔÝëåéï
Ðïëý êáëü
Êáëü
ÌÝôñéï
Êáêü


ÅðéëïãÝò

 Åêôýðùóç áñ÷éêÞò óåëßäáò Åêôýðùóç áñ÷éêÞò óåëßäáò


Óõó÷åôéæüìåíá ÈÝìáôá

ÈÅÏËÏÃÉÁ

Ëõðïýìåèá, Ó÷üëéá äåí åßíáé äéáèÝóéìá ãéá áõôü ôï ¢ñèñï.


 

Site Meter

© 2004-2010 Η ÁΛΛΗ ΟΨΙΣ

Προτεινüμενες Ρυθμßσεις :
ÁνÜλυση οθüνης: 1024x768
Πρüγραμμα ΠλοÞγησης: Microsoft IE 5.x - 6.x


ÁíáðáñáãùãÞ Óåëßäáò: 0.14 Äåõôåñüëåðôá